Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • απονιτροποίηση [ἀπονιτροποίηση] α-πο-νι-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & απονίτρωση: ΧΗΜ. χημική διεργασία που συνίσταται στην αποδέσμευση μέρους του αζώτου που βρίσκεται στο έδαφος ή το νερό υπό τη μορφή νιτρικών ιόντων και στην επιστροφή του στην ατμόσφαιρα χάρη στη δράση αναερόβιων μικροοργανισμών: βακτηριακή/βιολογική ~. [< γαλλ. dénitrification, 1922]