Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αποπειρώμαι [ἀποπειρῶμαι] α-πο-πει-ρώ-μαι ρ. (μτβ.) {αποπειράσαι ... | αποπειρά-θηκα, αποπειρα-θεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω απόπειρα, προσπαθώ, δοκιμάζω: ~θηκε να αυτοκτονήσει/δραπετεύσει.|| Έχουν ~θεί πολλές φορές να λύσουν το πρόβλημα, αλλά μάταια. Πβ. επιχειρώ. [< αρχ. ἀποπειρῶμαι, γαλλ. tenter]