Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • απορριμματοφόρο [ἀπορριμματοφόρο] α-πορ-ριμ-μα-το-φό-ρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): όχημα συλλογής και μεταφοράς απορριμμάτων στους χώρους απόθεσής τους (χωματερές) και χώρους υγειονομικής ταφής, το οποίο διαθέτει σύστημα για τη συμπίεσή τους (με τη μορφή περιστρεφόμενου τυμπάνου ή πρέσας): ειδικά ~α (για ανακύκλωση). Τα ~α του Δήμου. ΣΥΝ. σκουπιδιάρικο, σκυβαλοφόρο
  • απορριμματοφόρος , α, ο [ἀπορριμματοφόρος] α-πορ-ριμ-μα-το-φό-ρος επίθ. (επίσ.): που μεταφέρει απορρίμματα: ~ο: όχημα. ~οι: κάδοι. Βλ. -φόρος.

-φόρος

-φόρος, α/ος, ο (λόγ.) επίθημα που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. κρατά, μεταφέρει ή διαθέτει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (ουσ.) (ο) αχθο~/σκευο~. (Το) απορριμματο-φόρο.|| (επίθ.) Πετρελαιο~. Ηλεκτρο~/ρευματο~.|| (ουσ.) (O/η) λαμπαδη~ (πβ. -δρόμος)/σημαιο~.|| (κατ' επέκτ.) (Ο/η) Βαθμο~/τιτλο~ (πβ. -ούχος). 2. φέρει, φορά κάτι: γενειο~/κουκουλο~/μασκο~/πωγωνο~.|| (ουσ.) (Οι) ρασο-φόροι. 3. έχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: κερδο~/προσοδο~.|| Ελπιδο~.|| Θανατη~/νικη~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.