Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ΕΠΙΦΟΡΤΙΣΜΈΝΟς

    [ἀποστέλλω] α-πο-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {απέστειλε, αποστείλει, αποστάλ-θηκε (λόγ.) απεστάλη, αποσταλεί, απεσταλμένος, αποστέλλ-οντας} (λόγ.) & αποστέλνω 1. στέλνω κάτι ταχυδρομικώς ή με ηλεκτρονικό μέσο: ~ επιστολή. (σε γράμμα:) Σας ~ αναλυτική κατάσταση με ... (πβ. εσωκλείω). Η παραγγελία θα αποσταλεί εντός ... ωρών/σε ... ημέρες. Απεστάλη εγκύκλιος (προς όλες τις Υπηρεσίες). Η αίτηση μπορεί να αποσταλεί με ιμέιλ/φαξ. 2. (για επίσημο φορέα) στέλνω σε ορισμένο μέρος ομάδα προσώπων επιφορτισμένη με συγκεκριμένο έργο: Θα αποστείλουν αντιπροσωπεία/ειρηνευτική δύναμη/στρατεύματα στην περιοχή. Βλ. εξ~. [< αρχ. ἀποστέλλω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.