Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποστασιοποιούμαι [ἀποστασιοποιοῦμαι] α-πο-στα-σι-ο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {αποστασιοποιείται ... | αποστασιοποιή-θηκε}: κρατώ απόσταση από συγκεκριμένες καταστάσεις ή απόψεις, με σκοπό να μείνω αμέτοχος, ουδέτερος: ~ από τα γεγονότα/τις εξελίξεις/την πραγματικότητα. Βλ. απεκδύομαι, αποποιούμαι. ● Μτχ.: αποστασιοποιημένος , η, ο: ~οι: αναγνώστες/θεατές. ~ από ιδεολογίες. Ουδέτερος και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: κριτική/ματιά. [< γερμ. sich distanzieren, γαλλ. se distancier, 1957]

Επιρρίπτω

Επιρρίπτω

[ἀπεκδύομαι] α-πεκ-δύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {απεκδύ-θηκα} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποποιούμαι υποχρέωση ή ιδιότητα· απαρνούμαι κάτι: ~ κάθε δέσμευση. ~εται: κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του/(συχνότ. των ευθυνών του). ~θηκε εκουσίως το αξίωμά του/το ιερατικό σχήμα.|| (λόγ., +γεν.) ~εται του παρελθόντος του. Το πρωτοδικείο ~θηκε της αρμοδιότητάς του. Πβ. απορρίπτω, αρνούμαι. ΑΝΤ. αποδέχομαι (1) [< μτγν. ἀπεκδύομαι ‘ξεντύνομαι εντελώς, απογυμνώνω’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.