αποστασιοποιούμαι [ἀποστασιοποιοῦμαι] α-πο-στα-σι-ο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {αποστασιοποιείται ... | αποστασιοποιή-θηκε}: κρατώ απόσταση από συγκεκριμένες καταστάσεις ή απόψεις, με σκοπό να μείνω αμέτοχος, ουδέτερος: ~ από τα γεγονότα/τις εξελίξεις/την πραγματικότητα. Βλ. απεκδύομαι, αποποιούμαι. ● Μτχ.: αποστασιοποιημένος , η, ο:~οι: αναγνώστες/θεατές. ~ από ιδεολογίες. Ουδέτερος και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: κριτική/ματιά. [< γερμ. sich distanzieren, γαλλ. se distancier, 1957]
Επιρρίπτω
Επιρρίπτω
[ἀπεκδύομαι] α-πεκ-δύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {απεκδύ-θηκα} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποποιούμαι υποχρέωση ή ιδιότητα· απαρνούμαι κάτι: ~ κάθε δέσμευση. ~εται: κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του/(συχνότ. των ευθυνών του). ~θηκε εκουσίως το αξίωμά του/το ιερατικό σχήμα.|| (λόγ., +γεν.) ~εται του παρελθόντος του. Το πρωτοδικείο ~θηκε της αρμοδιότητάς του. Πβ. απορρίπτω, αρνούμαι. ΑΝΤ. αποδέχομαι (1) [< μτγν. ἀπεκδύομαι ‘ξεντύνομαι εντελώς, απογυμνώνω’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.