αποστροφή1 [ἀποστροφή] α-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έντονη απέχθεια: ~ προς το αλκοόλ/τσιγάρο/φαγητό (βλ. νευρική ανορεξία). ~ της κοινής γνώμης για ... Βλέμμα/γκριμάτσα ~ής. Έγκλημα που προκαλεί συναισθήματα ~ής και αηδίας. Πβ. αποτροπιασμός, σιχαμάρα, σιχασιά.|| (ΨΥΧΟΛ.) Σεξουαλική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστροφή κινδύνου: ΟΙΚΟΝ. τάση αποφυγής επενδύσεων με υψηλό ρίσκο. [< αγγλ. risk aversion, 1964] [< αρχ. ἀποστροφή, γαλλ. aversion]
αποστροφή2 [ἀποστροφή] α-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.): ΡΗΤΟΡ. σχήμα λόγου κατά το οποίο ο ομιλητής ή ο αφηγητής απευθύνει τον λόγο σε πρόσωπο ή προσωποποιημένο αντικείμενο, είτε είναι παρόν είτε όχι, ή σε αφηρημένη έννοια: ποιητική ~. Ειρωνικές/ρητορικές ~ές. Σε μια ~ του λόγου του δήλωσε ότι ... [< μτγν. ἀποστροφή, γαλλ.-αγγλ. apostrophe]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.