Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • αποτέλεσμα [ἀποτέλεσμα] α-πο-τέ-λε-σμα ουσ. (ουδ.) {αποτελέσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κατάληξη ή συνέπεια ενέργειας ή διαδικασίας: αισθητικό/άμεσο/αναμενόμενο/απρόβλεπτο/απροσδόκητο/αρνητικό/έμμεσο/εξαιρετικό/επιδιωκόμενο/ευνοϊκό/θετικό/λογικό/στατιστικό/τραγικό ~. Ακουστικό/ηχητικό/οπτικό ~. Τα ~ατα του πειράματος. Σχέση αιτίου ~ατος. Το καλύτερο/χειρότερο δυνατό ~. ~ διαπραγματεύσεων/πίεσης. Αναμενόμενα μαθησιακά ~ατα. Καταλήγω/οδηγούμαι/φτάνω σε ~. Το ~ ήταν να ... Οι θεραπείες δεν είχαν κανένα ~. Σημασία έχει η προσπάθεια και όχι το ~ (: το ~ μετράει). Η επανάσταση ήταν ~ (= απόρροια, επακόλουθο) της κοινωνικής καταπίεσης. ~ μηδέν (: για παταγώδη αποτυχία). Και ποιο το ~; Θεαματικά ~ατα από ...|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ατα αναζήτησης (στο διαδίκτυο). 2. επίσημη κρίση, αξιολόγηση -συχνά με αριθμητικά δεδομένα- αγώνα, διαγωνισμού, εξετάσεων, ψηφοφορίας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) το αντίστοιχο επίσημο έγγραφο: εκλογικό/τελικό ~. Οριστικά/προσωρινά/συγκριτικά ~ατα. Δίκαιο/ισόπαλο/νικηφόρο ~ (= σκορ). Ιατρικά ~ατα. Αλλοίωση/αμφισβήτηση/πρόβλεψη (του) ~ατος. ~ατα ερευνών (πβ. πόρισμα)/προπό. Παίρνω (τα) ~ (: τα μαθαίνω). Βγήκαν τα ~ατα (= ανακοινώθηκαν επίσημα). Σύμφωνα με τα ~ατα της έρευνας ...|| Ανάρτηση των ~άτων. 3. ΜΑΘ. αυτό που εξάγεται και γενικότ. προκύπτει από αριθμητική πράξη, λύση μαθηματικού προβλήματος: γενικό/μερικό/συνολικό ~. ~ αφαίρεσης/πρόσθεσης. Η άσκηση έχει δύο τρόπους επίλυσης, που οδηγούν στο ίδιο ~. Πβ. εξαγόμενο. 4. ΦΙΛΟΣ. γεγονός που προκαλείται από ορισμένη αιτία. ● ΣΥΜΠΛ.: αποτελέσματα χρήσης & (λόγ.) χρήσεως: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των κερδών ή ζημιών από τις οικονομικές πράξεις, δραστηριότητες επιχείρησης. ● ΦΡ.: από το αποτέλεσμα & (λόγ.) εκ του αποτελέσματος: για κρίση, διαπίστωση, συμπέρασμα που βασίζεται στην τελική έκβαση κατάστασης και όχι σε ό,τι προηγήθηκε: ~ ~ συνάγεται/τεκμαίρεται (ότι/πως) … Όλα κρίνονται ~ ~. ~ ~ φαίνεται ότι οι ενέργειές μας απέδωσαν καρπούς., έχει ως αποτέλεσμα: προκαλεί (κάτι), έχει ως συνέπεια, οδηγεί σε: Η κρίση είχε ~ την ανάσχεση του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας. ~ ~ να ..., με αποτέλεσμα να ...: Καθυστέρησε, ~ ~ μη βρει θέση. ΣΥΝ. με συνέπεια να ..., φέρνει αποτέλεσμα: έχει επιθυμητή κατάληξη: Η επιμονή/προσπάθειά της έφερε ~. Η συζήτηση δεν έφερε κανένα ~., χωρίς/δίχως αποτέλεσμα: μάταια, άδικα, χωρίς αντίκρισμα: αναζήτηση/διάλογος/έρευνα ~ ~. Αγωνίζομαι/πολεμώ ~ ~. Προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη, αλλά ~ ~., ως αποτέλεσμα (+ γεν.): λόγω, εξαιτίας, ως συνέπεια: Η κλιματική αλλαγή ~ ~ του φαινομένου του θερμοκηπίου., συνδυασμός αποτελεσμάτων βλ. συνδυασμός [< αρχ. ἀποτέλεσμα, γαλλ. résultat, αγγλ. result]
  • αποτελεσματικός , ή, ό [ἀποτελεσματικός] α-πο-τε-λε-σμα-τι-κός επίθ. 1. που επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα: ~ός: έλεγχος/συνδυασμός/συντονισμός/χειρισμός (της υπόθεσης). ~ή: αναζήτηση πληροφοριών/διδασκαλία/δράση/επικοινωνία/θεραπεία/λύση/πολιτική/συνεργασία. ~ό: φάρμακο/χτύπημα. ~οί: μηχανισμοί. ~ές: διαπραγματεύσεις/ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. Επιτυχημένος και ~ τρόπος (αντιμετώπισης ενός προβλήματος). Υγιής και ~ ανταγωνισμός. Γόνιμες και ~ές παρεμβάσεις. ~ότατη μέθοδος. Πβ. αποδοτ-, δραστ-ικός, καρποφόρος, τελεσφόρος. ΑΝΤ. άκαρπος, ατελέσφορος.|| (για πρόσ.) ~ός: εκπαιδευτικός/ηγέτης. ~ στη δουλειά. ΑΝΤ. αναποτελεσματικός 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αποτέλεσμα: ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. ώστε). ~ές: προτάσεις. ΣΥΝ. συμπερασματικός (2) ● επίρρ.: αποτελεσματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀποτελεσματικός 1: γαλλ. efficace 2: γαλλ. résultatif]
  • αποτελεσματικότητα [ἀποτελεσματικότητα] α-πο-τε-λε-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το να επιφέρει κάποιος ή κάτι το επιθυμητό αποτέλεσμα: άμεση/εντυπωσιακή/μεγάλη/περιβαλλοντική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ έργου/θεραπείας/φαρμάκου. Αύξηση/μέτρηση (της) ~ας. Μέτρα χωρίς ~ (= αναποτελεσματικά). Οι προσπάθειες δεν είχαν καμία ~ (= κανένα αποτέλεσμα). Κάτι επηρεάζει/μεγιστοποιεί/περιορίζει την ~ μιας μεθόδου. Βλ. αυτο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιχειρησιακή ~. ~ της αγοράς. Πβ. αποδοτικότητα, παραγωγικότητα. ΑΝΤ. αναποτελεσματικότητα ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα βλ. απόδοση [< γαλλ. efficacité]

απόδοση

απόδοση[ἀπόδοση] α-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. το παραγόμενο έργο σε σχέση με τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, η αποτελεσματικότητα μιας ενέργειας με συγκεκριμένο στόχο: σχολική ~ (πβ. επίδοση). ~ υπαλλήλων στον χώρο εργασίας (πβ. παραγωγικότητα). Διατροφή και αθλητική/σωματική ~. ~ στο μάξιμουμ! Στο δεύτερο ημίχρονο έπεσε η ~ των παικτών. Πβ. αποδοτικότητα.|| (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝΟΛ., η σχέση της ενέργειας που παράγεται ως προς εκείνη που καταναλώνεται από μηχανή:) Θερμική ~. Μέγιστη/μέση/συνολική (μηχανική) ~. ~ θέρμανσης/λέβητα. Αύξηση/βελτίωση της ~ης. Αξιολόγηση ~ης. Βαθμός/διάγραμμα/μετρητής/συντελεστής ~ης. Κινητήρας με ενισχυμένη/εξαιρετική/κορυφαία ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ λογισμικού/υπολογιστικών συστημάτων. 2. ΟΙΚΟΝ. κέρδος, αποδοτικότητα: αναμενόμενη/εγγυημένη/ελάχιστη/τρέχουσα/ετήσια/καθαρή/μέγιστη/μέση/πραγματική/σωρευτική ~. Μερισματική/χρηματοοικονομική ~. ~ αγοράς/κεφαλαίου/πόρων (...%). Καταθέσεις με υψηλή ~. Ομόλογα σταθερής ~ης. Καμπύλη ~όσεων. Η ~ διαμορφώνεται στο ... %. Επένδυση που αποφέρει/εξασφαλίζει ~. Ο όμιλος αύξησε/βελτίωσε τις ~όσεις του. Μετοχές με εντυπωσιακές/κακές/καλές/μέτριες/χαμηλές ~όσεις.|| (στο ποδοσφαιρικό στοίχημα:) Σύγκριση ~όσεων. Βλ. υπερ~. 3. προσδιορισμός των αιτίων, του υποκειμένου μιας ενέργειας· επίρριψη, καταλογισμός: ~ των προβλημάτων σε εξωγενείς παράγοντες (πβ. αναγωγή). Αμφισβητείται η ~ του θανάτου της σε πνευμονικό οίδημα. Πβ. πρόσδοση.|| ~ του πίνακα στον ... (: ως δημιουργό).|| ~ ευθυνών/κατηγοριών. 4. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. -ΛΟΓΙΣΤ. καταβολή ή επιστροφή οφειλόμενου ποσού: ~ δαπανών/λογαριασμού/φόρου/χρέους. ~ ΦΠΑ. (Ένταλμα πληρωμής) επί αποδόσει λογαριασμού. 5. παράδοση, παροχή: ~ του έργου στην κυκλοφορία.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ ΑΦΜ. ~ κινήτρων (για επενδύσεις)/τίτλου (ειδικότητας). ~ τιμών (= απότιση) από άγημα.|| ~ της αλήθειας/δικαιοσύνης (πβ. απονομή). Βλ. αντ~. 6. αποτύπωση: άριστη ~ χρωμάτων. Ελεύθερη ~ των μορφών (πβ. απεικόνιση). Σκηνική ~ (πβ. σκηνοθεσία). 7. μετάφραση, μεταφορά: ~ ξένων όρων στην Ελληνική. ~ στη δημοτική. Έμμετρη/σημασιολογική ~.|| Επιτυχής/παραστατική ~ του νοήματος. Πβ. διατύπωση, έκφραση. 8. ερμηνεία, εκτέλεση: εμπνευσμένη ~ του ρόλου από τη μεγάλη πρωταγωνίστρια/του κομματιού από τον διάσημο πιανίστα. 9. ΓΛΩΣΣ. η κύρια πρόταση ενός ανεξάρτητου υποθετικού λόγου (σχήμα υπόθεση-απόδοση). ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα & ενεργειακή αποτελεσματικότητα: ΟΙΚΟΛ. εφαρμογή μέτρων και τεχνολογιών για την οικονομική χρήση των διαθέσιμων ενεργειακών πόρων: ~ ~ των κατασκευών/των κτιρίων/των (ηλεκτρικών) συσκευών. Απαιτήσεις/βελτίωση/ενίσχυση/πιστοποιητικό ~ής ~ης. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας, πράσινη χημεία. [< αγγλ. energy efficiency, 1972] , ελεύθερη μετάφραση/απόδοση βλ. μετάφραση, μερισματική απόδοση βλ. μερισματικός [< 1,2,4: γαλλ. rendement 3,6: αρχ. ἀπόδοσις 7: αγγλ. rendering 5,8,9: μτγν. ἀπόδοσις]

συνδυασμός

συνδυασμόςσυν-δυ-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συνύπαρξη ή ένωση στοιχείων, ιδιοτήτων, συνήθ. διαφορετικών ή αντίθετων μεταξύ τους: ~ ποιότητας και χαμηλής τιμής. ~οί τροφών/φαρμάκων.|| ~ ενεργειών (= συντονισμός)/κινήσεων/λέξεων/ρούχων/χρωμάτων. Διακοσμητικοί/διατροφικοί/ενδυματολογικοί ~οί. Πβ. εναρμόνιση, συνταίριασμα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φθόγγων/φωνημάτων. 2. συσχέτιση (γεγονότων ή καταστάσεων): ~ επιχειρημάτων/πληροφοριών. Τα προβλήματά του, σε ~ό με την ευαισθησία του, τον οδήγησαν σε κατάθλιψη. 3. μηχανικό σύστημα ασφάλισης και απασφάλισης και η αντίστοιχη σειρά αριθμών με την επιλογή των οποίων λειτουργεί: ~ κλειδαριάς/χρηματοκιβωτίου. Λουκέτα ~ού. 4. ΠΟΛΙΤ. το σύνολο των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιο κόμματος ή παράταξης (σε εκλογές): δημοτικός ~. Επικεφαλής/(επίσημη) παρουσίαση/πρόγραμμα του ~ού. Κατεβαίνω με τον/στον ~ό ... ● ΦΡ.: συνδυασμός αποτελεσμάτων: (στην αθλητική δημοσιογραφία) η συσχέτιση των σκορ αθλητικών αγώνων ως παράγοντας που ευνοεί τους στόχους μιας τρίτης ομάδας: Σε ~ό ~ ελπίζει για τη σωτηρία της η ομάδα. Θα χρειαστεί ευνοϊκός ~ ~ για την πρόκριση της Εθνικής. [< αρχ. συνδυασμός ‘δυάδα, ζευγάρωμα’, γαλλ. combinaison]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.