Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αποτρύγωση [ἀποτρύγωση] α-πο-τρύ-γω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση τρυγίας (πέτρας) και πλάκας από την οδοντική επιφάνεια. Πβ. καθαρισμός.