Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποφευκτέος , α, ο [ἀποφευκτέος] α-πο-φευ-κτέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αποφεύγεται ή να αποφευχθεί: ~α: διαδικασία/κατάσταση (ΑΝΤ. επιθυμητός). ~ο: σφάλμα. Ο κίνδυνος/πόλεμος είναι ~. Βλ. αναπόφευκτος, -τέος. [< μεσν. αποφευκτέον]

αναπόφευκτος

αναπόφευκτος, η, ο [ἀναπόφευκτος] α-να-πό-φευ-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι δυνατόν να τον αποφύγει κανείς: ~ος: κίνδυνος. ~η: αλήθεια/αλλαγή/αποτυχία/ήττα/κρίση/σύγκρουση/συνέπεια. ~ο: γεγονός/κακό. ~ες: συγκρίσεις. Φυσικό και ~ο το πέρασμα του χρόνου. Ήταν ~ο να προκληθούν επεισόδια. Βλ. αναγκαίος, επιβεβλημένος, υποχρεωτικός. ΣΥΝ. αναπόδραστος, αναπότρεπτος, μοιραίος (2) ● Ουσ.: αναπόφευκτο (το): το γεγονός που δεν μπορεί να αποφευχθεί, το μοιραίο, συνήθ. ο θάνατος. ● επίρρ.: αναπόφευκτα [< γαλλ. inévitable]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.