αποφευκτέος , α, ο [ἀποφευκτέος] α-πο-φευ-κτέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αποφεύγεται ή να αποφευχθεί: ~α: διαδικασία/κατάσταση (ΑΝΤ. επιθυμητός). ~ο: σφάλμα. Ο κίνδυνος/πόλεμος είναι ~. Βλ. αναπόφευκτος, -τέος. [< μεσν. αποφευκτέον]
αναπόφευκτος
αναπόφευκτος, η, ο [ἀναπόφευκτος] α-να-πό-φευ-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι δυνατόν να τον αποφύγει κανείς: ~ος: κίνδυνος. ~η: αλήθεια/αλλαγή/αποτυχία/ήττα/κρίση/σύγκρουση/συνέπεια. ~ο: γεγονός/κακό. ~ες: συγκρίσεις. Φυσικό και ~ο το πέρασμα του χρόνου. Ήταν ~ο να προκληθούν επεισόδια. Βλ. αναγκαίος, επιβεβλημένος, υποχρεωτικός. ΣΥΝ. αναπόδραστος, αναπότρεπτος, μοιραίος (2) ● Ουσ.: αναπόφευκτο (το): το γεγονός που δεν μπορεί να αποφευχθεί, το μοιραίο, συνήθ. ο θάνατος. ● επίρρ.: αναπόφευκτα [< γαλλ. inévitable]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.