Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποφευκτικός , ή, ό [ἀποφευκτικός] α-πο-φευ-κτι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΟΛ. που χαρακτηρίζεται από τάσεις απομόνωσης και αποφυγή σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων λόγω του φόβου της απόρριψης: (για πρόσ.) ~ός: τύπος.|| ~ή: διαταραχή (προσωπικότητας)/συμπεριφορά. Ανασφαλής-~ή προσκόλληση (= κατά την οποία το μωρό σπάνια κλαίει, όταν φεύγει η μητέρα και την αποφεύγει, όταν αυτή επιστρέφει). 2. (σπάν.) που στοχεύει στην αποτροπή (πράξης): ~ ελιγμός (οχήματος) στα αριστερά. ΣΥΝ. αποτρεπτικός [< αρχ. ἀποφευκτικά 'μέσα αθώωσης']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.