Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • απωθητικός , ή, ό [ἀπωθητικός] α-πω-θη-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί αποστροφή, απέχθεια: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: θέαμα. Ουσίες ~ές λόγω γεύσης/οσμής.|| (για πρόσ.) Μου είναι τελείως ~. Πβ. αντιπαθητ-, αποκρουστ-ικός. ΑΝΤ. γοητευτικός, ελκυστικός 2. που απομακρύνει οτιδήποτε θεωρείται ανεπιθύμητο, συνήθ. έντομα, τρωκτικά: ~ό: σπρέι. Σκευάσματα με ~ή δράση/~ές ιδιότητες. Βλ. υδατ~.|| (μτφ.) Παράγοντες ~οί (= αποτρεπτικοί) για επενδυτική δραστηριότητα. 3. ΨΥΧΑΝ. που αναφέρεται στον αμυντικό μηχανισμό της απώθησης: ~ές: τάσεις. ~ά: αισθήματα. 4. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη δύναμη της απώθησης: ~ή: βαρύτητα. ΣΥΝ. απωστικός ΑΝΤ. ελκτικός (1) ● Ουσ.: απωθητικό (το): φυσική ή χημική ουσία ή συσκευή που διώχνει έντομα ή ζώα: ηλεκτρικό/φυσικό ~. ~ κουνουπιών (= εντομο~)/πουλιών/σκόρων/τρωκτικών. ~ά για κατσαρίδες. Βλ. αντιπαρασιτικό. ● επίρρ.: απωθητικά [< 1: γαλλ. répulsif, repoussant 2,4: γαλλ. répulsif 3: γερμ. Verdrängungs-]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.