απωθητικός , ή, ό [ἀπωθητικός] α-πω-θη-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί αποστροφή, απέχθεια: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: θέαμα. Ουσίες ~ές λόγω γεύσης/οσμής.|| (για πρόσ.) Μου είναι τελείως ~. Πβ. αντιπαθητ-, αποκρουστ-ικός. ΑΝΤ. γοητευτικός, ελκυστικός 2. που απομακρύνει οτιδήποτε θεωρείται ανεπιθύμητο, συνήθ. έντομα, τρωκτικά: ~ό: σπρέι. Σκευάσματα με ~ή δράση/~ές ιδιότητες. Βλ. υδατ~.|| (μτφ.) Παράγοντες ~οί (= αποτρεπτικοί) για επενδυτική δραστηριότητα. 3. ΨΥΧΑΝ. που αναφέρεται στον αμυντικό μηχανισμό της απώθησης: ~ές: τάσεις. ~ά: αισθήματα.4. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη δύναμη της απώθησης: ~ή: βαρύτητα. ΣΥΝ. απωστικός ΑΝΤ. ελκτικός (1) ● Ουσ.: απωθητικό (το): φυσική ή χημική ουσία ή συσκευή που διώχνει έντομα ή ζώα: ηλεκτρικό/φυσικό ~. ~ κουνουπιών (= εντομο~)/πουλιών/σκόρων/τρωκτικών. ~ά για κατσαρίδες. Βλ. αντιπαρασιτικό. ● επίρρ.: απωθητικά [< 1: γαλλ. répulsif, repoussant 2,4: γαλλ. répulsif 3: γερμ. Verdrängungs-]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.