απόδειξη [ἀπόδειξη] α-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είξεως | -είξεις, -είξεων} 1. τεκμηρίωση βάσει στοιχείων, συλλογιστική επαλήθευση: (ΝΟΜ.) άμεση/έμμεση/πλήρης ~. ~ της αθωότητας/ενοχής κάποιου. Αδυναμία ~ης συμβάντος. Το δίκαιο της ~ης. Πβ. κατάδειξη. Βλ. αντ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Υπεύθυνη δήλωση/υποχρέωση ~ης (εμπειρίας). Πιστοποιητικό για την ~ προϋπηρεσίας (βλ. βεβαίωση).|| (σπανιότ. αποκάλυψη:) ~ της νοθείας.|| (επιστ.) Αλγεβρική/επαγωγική/επιστημονική/κατασκευαστική/μαθηματική/πειραματική ~ (βλ. θεμελίωση). Βρίσκω/δίνω την ~ ενός θεωρήματος/μιας πρότασης. ~ διά της εις άτοπον απαγωγής/με πείραμα. Η πορεία της ~ης.|| (ΦΙΛΟΣ.) (Τελεολογική) ~ για την ύπαρξη του Θεού.2. τεκμήριο, πειστήριο: αδιαμφισβήτητη/αδιάσειστη/αδιάψευστη/ακλόνητη/απτή (βλ. δείγμα)/ατράνταχτη/βάσιμη/έμπρακτη/ισχυρή/πειστική/σαφής/τρανή/χειροπιαστή ~. Απουσία/πληθώρα ~είξεων. Έχουμε ~είξεις και ντοκουμέντα. Είναι μόνο ενδείξεις και όχι ~είξεις. Παρέχω/παρουσιάζω/προσκομίζω (νέες) ~είξεις. Κατηγορώ κάποιον χωρίς ~είξεις. Στοιχείο που αποτελεί/συνιστά (την καλύτερη) ~ της αθωότητάς του. Αφέθηκε ελεύθερος ελλείψει ~είξεων. Σαν/ως ~ ανέφερε το γεγονός ότι ... Δεν έχω καμία ~/δεν υπάρχουν ~είξεις για την ανάμειξή του στην απάτη. Δεν έχω ανάγκη από/ζητώ/θέλω/χρειάζονται ~είξεις. Στηρίζω τις απόψεις μου με ~είξεις (βλ. επιχείρημα).3. έντυπη βεβαίωση κυρ. χρηματικής συναλλαγής: ~ αγοράς/είσπραξης/κατάθεσης/καταβολής εισφοράς/λιανικής/παράδοσης/παραλαβής/πληρωμής/πώλησης. Αριθμός ~ης. ~είξεις ταμειακών μηχανών. Αθεώρητες/διπλότυπες/εξοφλητικές/θεωρημένες/νόμιμες ~είξεις. Βιβλίο/μπλοκ ~είξεων. Δίνω/εκδίδω/κόβω/χορηγώ ~ παροχής υπηρεσιών. Ζητώ/παίρνω ~ (για τις αγορές μου). Κρατώ/μαζεύω/φυλάω τις ~είξεις. || ~ επίδοσης. Βλ. μερισματ~, τιμολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: το βάρος (της) απόδειξης & (λόγ.) αποδείξεως: ΝΟΜ. η ευθύνη ή υποχρέωση κάποιου να αποδείξει ισχυρισμό ή κατηγορία, ιδ. στο δικαστήριο: Μεταθέτω/φέρω ~ ~. [< αγγλ. burden of proof] , ζωντανό παράδειγμα βλ. παράδειγμα ● ΦΡ.: μέχρι(ς) αποδείξεως του αντιθέτου/του εναντίου: εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο: Ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος ~ ~. [< αρχ. ἀπόδειξις ‘φανέρωση, τεκμηρίωση’]
παράδειγμα
παράδειγμαπα-ρά-δειγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κάθε πληροφορία (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση) που αναφέρει κάποιος, προκειμένου να καταστήσει σαφή και κατανοητή τη σημασία λέξης ή το περιεχόμενο έννοιας, επειδή (θεωρεί ότι) συγκεντρώνει τα τυπικά της γνωρίσματα και, συνεπώς, την αντιπροσωπεύει: απλό/άστοχο/ατυχές/διαφωτιστικό/διδακτικό/ενδεικτικό/θεωρητικό/καλό/κλασικό/πετυχημένο/τυπικό/χαρακτηριστικό/χειροπιαστό/χρήσιμο ~. Ιστορικό/κοινωνικό ~. Παράθεση/παρουσίαση ~άτων. Πλήθος ~άτων από την καθημερινή ζωή. Μάθηση μέσω ~άτων. Στο ~ που ακολουθεί, ... Δώσε μου ένα ~ για να καταλάβω. Για να σου φέρω ένα ~, ... (Αν)έφερε για/σαν/ως ~ το φαινόμενο της ... Πάρε ~ την ... Βλ. αντι~.2. πρότυπο: (για πρόσ.) Αποτελεί (λαμπρό) ~ ειλικρίνειας/τιμιότητας. Έχει τους γονείς του ως ~.|| Πολιτικό σύστημα που συνιστά ~ δημοκρατίας/σωστής διακυβέρνησης. Οικολογικό ~. Πβ. υπόδειγμα.|| Αρνητικό/επικίνδυνο/θετικό ~. Ακολούθησε το ~ του φίλου του και ασχολήθηκε με ...|| ~ συμπλήρωσης (μιας αίτησης). Πβ. δείγμα, περίπτωση.3. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο σε συγκεκριμένο περιβάλλον: το κλιτικό/μορφολογικό ~ του ονόματος/του ρήματος. Βλ. σύνταγμα.4. ΦΙΛΟΣ. το θεωρητικό πλαίσιο, δηλ. το πλαίσιο αρχών, εννοιών και μεθόδων, εντός του οποίου, κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου της επιστήμης, αναπτύσσονται οι θεωρίες της. ● Υποκ.: παραδειγματάκι (το): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή παραδείγματος: ριζική αλλαγή στον τρόπο σκέψης, αντιμετώπισης κατάστασης ή λειτουργίας συστήματος: ~ ~ στην οικονομία. [< αγγλ. paradigm shift, 1962, όρ. του Thomas Kuhn] , ζωντανό παράδειγμα & ζωντανή απόδειξη: για πρόσωπο που αποδεικνύει έμπρακτα όσα υποστηρίζει· για κάτι που αποδεικνύεται στην πράξη, πραγματοποιείται και δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο: Είναι ~ ~ εργατικότητας. Αποτελεί ζωντανό ~ του τι μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος. || Περιοχή που αποτελεί ~ ~ αρμονικής συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών., φωτεινό παράδειγμα βλ. φωτεινός ● ΦΡ.: για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) (συντομ. π.χ.) & (λόγ.) επί παραδείγματι: για να δοθεί ένα παράδειγμα: τροφές πλούσιες σε βιταμίνες, (όπως) ~ ~ φρούτα και λαχανικά. Εάν, ~ ~ (= φερ' ειπείν), συμβεί να ... Πβ. πιχί. ΣΥΝ. λόγου χάρη/χάριν [< γαλλ. par exemple] , δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα: αποτελώ (θετικό/αρνητικό) πρότυπο: Ο δάσκαλος δίνει το καλό ~ στους μαθητές του. Πρόσεχε πώς μιλάς, δίνεις το κακό ~!, παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση: για συμπεριφορά ή κατάσταση που θεωρείται ότι πρέπει να αποφεύγεται ή να ακολουθείται ως υπόδειγμα: Κάποιος/κάτι είναι ~ ~. [< 1,2: αρχ. παράδειγμα, γαλλ. exemple 3: γαλλ. paradigme, 1943, αγγλ. paradigm 4: γερμ. Paradigma]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.