Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • απόδειξη [ἀπόδειξη] α-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είξεως | -είξεις, -είξεων} 1. τεκμηρίωση βάσει στοιχείων, συλλογιστική επαλήθευση: (ΝΟΜ.) άμεση/έμμεση/πλήρης ~. ~ της αθωότητας/ενοχής κάποιου. Αδυναμία ~ης συμβάντος. Το δίκαιο της ~ης. Πβ. κατάδειξη. Βλ. αντ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Υπεύθυνη δήλωση/υποχρέωση ~ης (εμπειρίας). Πιστοποιητικό για την ~ προϋπηρεσίας (βλ. βεβαίωση).|| (σπανιότ. αποκάλυψη:) ~ της νοθείας.|| (επιστ.) Αλγεβρική/επαγωγική/επιστημονική/κατασκευαστική/μαθηματική/πειραματική ~ (βλ. θεμελίωση). Βρίσκω/δίνω την ~ ενός θεωρήματος/μιας πρότασης. ~ διά της εις άτοπον απαγωγής/με πείραμα. Η πορεία της ~ης.|| (ΦΙΛΟΣ.) (Τελεολογική) ~ για την ύπαρξη του Θεού. 2. τεκμήριο, πειστήριο: αδιαμφισβήτητη/αδιάσειστη/αδιάψευστη/ακλόνητη/απτή (βλ. δείγμα)/ατράνταχτη/βάσιμη/έμπρακτη/ισχυρή/πειστική/σαφής/τρανή/χειροπιαστή ~. Απουσία/πληθώρα ~είξεων. Έχουμε ~είξεις και ντοκουμέντα. Είναι μόνο ενδείξεις και όχι ~είξεις. Παρέχω/παρουσιάζω/προσκομίζω (νέες) ~είξεις. Κατηγορώ κάποιον χωρίς ~είξεις. Στοιχείο που αποτελεί/συνιστά (την καλύτερη) ~ της αθωότητάς του. Αφέθηκε ελεύθερος ελλείψει ~είξεων. Σαν/ως ~ ανέφερε το γεγονός ότι ... Δεν έχω καμία ~/δεν υπάρχουν ~είξεις για την ανάμειξή του στην απάτη. Δεν έχω ανάγκη από/ζητώ/θέλω/χρειάζονται ~είξεις. Στηρίζω τις απόψεις μου με ~είξεις (βλ. επιχείρημα). 3. έντυπη βεβαίωση κυρ. χρηματικής συναλλαγής: ~ αγοράς/είσπραξης/κατάθεσης/καταβολής εισφοράς/λιανικής/παράδοσης/παραλαβής/πληρωμής/πώλησης. Αριθμός ~ης. ~είξεις ταμειακών μηχανών. Αθεώρητες/διπλότυπες/εξοφλητικές/θεωρημένες/νόμιμες ~είξεις. Βιβλίο/μπλοκ ~είξεων. Δίνω/εκδίδω/κόβω/χορηγώ ~ παροχής υπηρεσιών. Ζητώ/παίρνω ~ (για τις αγορές μου). Κρατώ/μαζεύω/φυλάω τις ~είξεις. || ~ επίδοσης. Βλ. μερισματ~, τιμολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: το βάρος (της) απόδειξης & (λόγ.) αποδείξεως: ΝΟΜ. η ευθύνη ή υποχρέωση κάποιου να αποδείξει ισχυρισμό ή κατηγορία, ιδ. στο δικαστήριο: Μεταθέτω/φέρω ~ ~. [< αγγλ. burden of proof] , ζωντανό παράδειγμα βλ. παράδειγμα ● ΦΡ.: μέχρι(ς) αποδείξεως του αντιθέτου/του εναντίου: εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο: Ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος ~ ~. [< αρχ. ἀπόδειξις ‘φανέρωση, τεκμηρίωση’]

παράδειγμα

παράδειγμαπα-ρά-δειγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κάθε πληροφορία (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση) που αναφέρει κάποιος, προκειμένου να καταστήσει σαφή και κατανοητή τη σημασία λέξης ή το περιεχόμενο έννοιας, επειδή (θεωρεί ότι) συγκεντρώνει τα τυπικά της γνωρίσματα και, συνεπώς, την αντιπροσωπεύει: απλό/άστοχο/ατυχές/διαφωτιστικό/διδακτικό/ενδεικτικό/θεωρητικό/καλό/κλασικό/πετυχημένο/τυπικό/χαρακτηριστικό/χειροπιαστό/χρήσιμο ~. Ιστορικό/κοινωνικό ~. Παράθεση/παρουσίαση ~άτων. Πλήθος ~άτων από την καθημερινή ζωή. Μάθηση μέσω ~άτων. Στο ~ που ακολουθεί, ... Δώσε μου ένα ~ για να καταλάβω. Για να σου φέρω ένα ~, ... (Αν)έφερε για/σαν/ως ~ το φαινόμενο της ... Πάρε ~ την ... Βλ. αντι~. 2. πρότυπο: (για πρόσ.) Αποτελεί (λαμπρό) ~ ειλικρίνειας/τιμιότητας. Έχει τους γονείς του ως ~.|| Πολιτικό σύστημα που συνιστά ~ δημοκρατίας/σωστής διακυβέρνησης. Οικολογικό ~. Πβ. υπόδειγμα.|| Αρνητικό/επικίνδυνο/θετικό ~. Ακολούθησε το ~ του φίλου του και ασχολήθηκε με ...|| ~ συμπλήρωσης (μιας αίτησης). Πβ. δείγμα, περίπτωση. 3. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο σε συγκεκριμένο περιβάλλον: το κλιτικό/μορφολογικό ~ του ονόματος/του ρήματος. Βλ. σύνταγμα. 4. ΦΙΛΟΣ. το θεωρητικό πλαίσιο, δηλ. το πλαίσιο αρχών, εννοιών και μεθόδων, εντός του οποίου, κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου της επιστήμης, αναπτύσσονται οι θεωρίες της. ● Υποκ.: παραδειγματάκι (το): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή παραδείγματος: ριζική αλλαγή στον τρόπο σκέψης, αντιμετώπισης κατάστασης ή λειτουργίας συστήματος: ~ ~ στην οικονομία. [< αγγλ. paradigm shift, 1962, όρ. του Thomas Kuhn] , ζωντανό παράδειγμα & ζωντανή απόδειξη: για πρόσωπο που αποδεικνύει έμπρακτα όσα υποστηρίζει· για κάτι που αποδεικνύεται στην πράξη, πραγματοποιείται και δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο: Είναι ~ ~ εργατικότητας. Αποτελεί ζωντανό ~ του τι μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος. || Περιοχή που αποτελεί ~ ~ αρμονικής συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών., φωτεινό παράδειγμα βλ. φωτεινός ● ΦΡ.: για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) (συντομ. π.χ.) & (λόγ.) επί παραδείγματι: για να δοθεί ένα παράδειγμα: τροφές πλούσιες σε βιταμίνες, (όπως) ~ ~ φρούτα και λαχανικά. Εάν, ~ ~ (= φερ' ειπείν), συμβεί να ... Πβ. πιχί. ΣΥΝ. λόγου χάρη/χάριν [< γαλλ. par exemple] , δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα: αποτελώ (θετικό/αρνητικό) πρότυπο: Ο δάσκαλος δίνει το καλό ~ στους μαθητές του. Πρόσεχε πώς μιλάς, δίνεις το κακό ~!, παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση: για συμπεριφορά ή κατάσταση που θεωρείται ότι πρέπει να αποφεύγεται ή να ακολουθείται ως υπόδειγμα: Κάποιος/κάτι είναι ~ ~. [< 1,2: αρχ. παράδειγμα, γαλλ. exemple 3: γαλλ. paradigme, 1943, αγγλ. paradigm 4: γερμ. Paradigma]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.