Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αράχνη [ἀράχνη] α-ρά-χνη ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία των αρθρόποδων που ανήκουν στην τάξη των αραχνοειδών, έχουν οκτώ πόδια και υφαίνουν ιστό, ο οποίος λειτουργεί ως φωλιά ή παγίδα εντόμων: δηλητηριώδης ~. Βλ. μαύρη χήρα, μυγαλή, ταραντούλα.|| (συνεκδ.) Το ταβάνι γέμισε ~ες (= ιστούς ~ης).|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος-~ (: ήρωας σειράς κινουμένων σχεδίων). (μτφ.) Γυναίκα-~ (= δαιμόνια, πανούργα). 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστικό πρόγραμμα που ανιχνεύει νέες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και τις μεταβιβάζει στα ευρετήρια των μηχανών αναζήτησης. 3. ΒΟΤ. είδος διακοσμητικού φυτού: σπαράγγι/χρυσάνθεμο ~. ● Υποκ.: αραχνάκι (το), αραχνίτσα (η), αραχνούλα (η): Ξύλινη ~ούλα με χρωματιστά πόδια (: είδος παιχνιδιού). ● ΦΡ.: πιάνει αράχνες (μτφ.): για κάτι που δεν καθαρίζεται, δεν χρησιμοποιείται, δεν ανανεώνεται: Το σπίτι κοντεύει να πιάσει ~. Το προϊόν αποσύρθηκε, γιατί είχε πιάσει ~ στα ράφια των καταστημάτων. Πβ. αραχνιάζει. [< αρχ. ἀράχνη, γαλλ. araignée 2: αγγλ. spider]

μυγαλή

μυγαλή[μυγαλῆ] μυ-γα-λή ουσ. (θηλ.) ΖΩΟΛ. 1. είδος τρωκτικού (οικογένεια Soricidae), μικρό εντομοφάγο νυκτόβιο θηλαστικό που μοιάζει με ποντίκι, αλλά έχει αρκετά προτεταμένο ρύγχος και μικρά μάτια και αυτιά. 2. μεγάλη αράχνη (γένος Mygale) που ζει σε ζεστές περιοχές και της οποίας το δάγκωμα είναι αρκετά επώδυνο. [< αρχ. μυγαλῆ 2: γαλλ.-αγγλ. mygale]

ταραντούλα

ταραντούλατα-ρα-ντού-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. είδος μεγαλόσωμης δηλητηριώδους αράχνης των τροπικών περιοχών (επιστ. ονομασ. Lycosa tarantula), το δάγκωμα της οποίας, αν και οδυνηρό, είναι τελείως ακίνδυνο για τον άνθρωπο: τσίμπημα ~ας. 2. (μτφ.) δόλια, πανούργα γυναίκα. [< 1: γαλλ. tarentule, αγγλ. tarantula < ιταλ. tarantola]

χήρα

χήραχή-ρα ουσ. (θηλ.): γυναίκα που έχει χηρεύσει: η ~ του εκλιπόντος. Έμεινε ~. ~ες και ορφανά. Βλ. ζωντο~, χήρος. ● ΣΥΜΠΛ.: εύθυμη χήρα (ειρων.): για γυναίκα της οποίας η συμπεριφορά και η εξωτερική εμφάνιση δίνουν την εντύπωση πως δεν έχει λυπηθεί ιδιαίτερα για τον θάνατο του συζύγου της. [< γερμ. Die lustige Witwe, 1905, οπερέτα του Φρ. Λέχαρ] , μαύρη χήρα: ΖΩΟΛ. δηλητηριώδης αράχνη (επιστ. ονομασ. Latrodectus mactans) με στρογγυλό μαύρο ή καφέ σώμα, το θηλυκό της οποίας έχει κόκκινο σχηματισμό στο κάτω μέρος της κοιλιάς και συχνά τρώει το αρσενικό μετά το ζευγάρωμα. [< αγγλ. black widow] ● ΦΡ.: (κάνει) σαν τη χήρα στο κρεβάτι (προφ.-ειρων.): για κάποιον πολύ ανυπόμονο., σαν κλαμένη χήρα: (προφ.) με αξιολύπητο ύφος., κλαίν'/κλαίνε οι χήρες, κλαίν'/κλαίνε κι οι παντρεμένες βλ. κλαίω, ο οβολός της χήρας βλ. οβολός [< αρχ. χήρα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.