Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αρένα [ἀρένα] α-ρέ-να ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πεδίο όπου λαμβάνουν χώρα κοινωνικοί, πολιτικοί, ιδεολογικοί αγώνες, ανταγωνισμοί, αντιδικίες, αντιπαραθέσεις: επαγγελματική/επιχειρηματική/οικονομική/προεκλογική/τηλεοπτική ~. ~ συμφερόντων. Η ~ της ζωής. Διαπρέπουν στη(ν) διεθνή/παγκόσμια ~. Στην ~ της αγοράς/του κέρδους. Πβ. κονίστρα, παλαίστρα, στίβος, τερέν. 2. ο χώρος του γηπέδου στον οποίο διεξάγονται αγώνες ή διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις: ισπανική (: για ταυρομαχίες)/κεντρική/(ΙΣΤ.) ρωμαϊκή (: για μονομαχίες και θηριομαχίες) ~. Κλειστή ~ (προπόνησης). Πβ. στάδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: εισιτήρια αρένας: (κυρ. για συναυλία) που είναι φτηνά και δεν αντιστοιχούν σε αριθμημένες θέσεις στην κερκίδα, αλλά παρέχουν πρόσβαση στον κεντρικό, ανοιχτό χώρο του γηπέδου. [< ιταλ. arena 1: γαλλ. arène 2: ισπαν. arena]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.