Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αρακάς [ἀρακάς] α-ρα-κάς ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.): ΒΟΤ. οι χλωροί λοβοί της μπιζελιάς και κυρ. οι πράσινοι σφαιρικοί σπόροι τους· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο φαγητό: κατεψυγμένος/φρέσκος ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ λαδερός/(με πατάτες) γιαχνί/με καρότα. Κρέας με ~ά. Βλ. όσπρια. ΣΥΝ. μπιζέλι [< μεσν. αρακάς]

όσπρια

όσπρια[ὄσπρια] ό-σπρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {οσπρί-ων | σπανιότ. στον εν. όσπριο}: περιληπτική ονομασία των αποξηραμένων εδώδιμων καρπών των φυτών της οικογένειας των ψυχανθών (π.χ. αρακάς, ρεβίθια, φακή, φασόλια): βιολογικά ~. Συσκευασμένα/χύμα ~. Η διατροφική αξία/οι πρωτεΐνες των ~ων.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Συνταγές με ~. [< αρχ. ὄσπριον]