αραχνοειδή [ἀραχνοειδῆ] α-ρα-χνο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ομοταξία αρθρόποδων (επιστ. ονομασ. Arachnida) που περιλαμβάνει τις αράχνες, τους σκορπιούς, τους κρότωνες και τα ακάρεα. [< γαλλ. arachnides]
αραχνοειδής , ής, ές [ἀραχνοειδής] α-ρα-χνο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με την αράχνη ή τον ιστό της: ~ές: δίκτυο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: κύστη/μεμβράνη/μήνιγγα (: ο λεπτός υμένας ανάμεσα στη σκληρή και τη χοριοειδή)/σύμφυση. ~ές: αγγείωμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ές: γράφημα. Βλ. -ειδής. [< αρχ. ἀραχνοειδής, γαλλ. arachnoidien, αγγλ. arachnoid]
-ειδής
-ειδής, ής, ές {-ειδούς | -ειδείς (ουδ. -ειδή)} (επιστ. ή λόγ.): καταληκτικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας που ορίζεται από το θέμα: (κυρ. επιστ.) αδενο~/απλο~/διπλο~/αστερο~/κυματο~. (ειδικότ. ουσιαστικοπ. για ζώα ή φυτά που ανήκουν στην ίδια τάξη:) Αιλουρο~ή/πιθηκ~ή/φοινικο~ή.|| (μειωτ., για πρόσ. ή συμπεριφορά:) Ανθρωπο~. Χονδρο~. Βλ. -μορφος.
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.