Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αραχτός , ή, ό [ἀραχτός] α-ρα-χτός επίθ. (αργκό): που κάθεται αναπαυτικά και ανέμελα: ~ στον καναπέ/στην παραλία. Βλέπει ~ και ξέγνοιαστος τηλεόραση. ● επίρρ.: αραχτά ● ΦΡ.: αραχτός και λάιτ βλ. λάιτ

λάιτ

λάιτλά-ιτ επίθ. {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει λίγες θερμίδες ή χαμηλά λιπαρά ή γενικότ. χαμηλή περιεκτικότητα σε κάποιο συστατικό (π.χ. αλκοόλ, νικοτίνη)· ελαφρύς, μη παχυντικός: κόκα-κόλα/κρέμα γάλακτος/μαγιονέζα/τυρί ~. Βλ. πλήρης.|| Μπίρα ~. 2. (μτφ.-προφ.) που στερείται βάθους, ουσίας ή έντονου προβληματισμού: μια ~ εκδοχή/εξήγηση. Πβ. επιφανειακός. ● ΦΡ.: αραχτός και λάιτ (νεαν. αργκό): ανέμελος και ξένοιαστος: Κάθεται/πίνει τον καφέ του ~ ~. Πολύ ~ό ~ σε βρίσκω. [< αγγλ. light]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.