Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αργυροποίκιλτος , η, ο [ἀργυροποίκιλτος] αρ-γυ-ρο-ποί-κιλ-τος επίθ. (λόγ.): που είναι στολισμένος με ασήμι: ~ος: σταυρός. ~η: εικόνα Αγίου.