Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αρειανός , ή, ό [ἀρειανός] α-ρει-α-νός επίθ./ουσ.: που σχετίζεται με τον πλανήτη Άρη: ~ή: ατμόσφαιρα/επιφάνεια. ~ό: έδαφος/έτος (περ. δύο γήινα έτη).|| (ως ουσ.-συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) Οι ~οί (= κάτοικοι του πλανήτη Άρη, εξωγήινοι). [< μτγν. ἀρειανός 'που αναφέρεται στον αρειανισμό', γαλλ. martien, αγγλ. martian]