Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αριστοκράτης, αριστοκράτισσα [ἀριστοκράτης] α-ρι-στο-κρά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (συχνά ειρων.) πρόσωπο που ανήκει στην υψηλότερη κοινωνικά και οικονομικά τάξη ή συμπεριφέρεται, όπως τα μέλη αυτής της τάξης, με εκλεπτυσμένο ή υπεροπτικό τρόπο: ξεπεσμένος/πλούσιος ~. ~ από καταγωγή (πβ. γαλαζοαίματος, ευ-γενής, -πατρίδης).|| (ειρων.) Παριστάνει τον ~η. Απλησίαστη/ελαφρόμυαλη ~ισσα (πβ. ακατάδεχτη, ψηλομύτα). Δεν είμαι τόσο ~, κοιμάμαι και στο πάτωμα (πβ. καλο-μαθημένος, -περασάκιας). Βλ. κεφαλαιο-, πλουτο-κράτης. 2. εξέχουσα φυσιογνωμία, ελίτ: ~ του πνεύματος/της πολιτικής. [< μτγν. ἀριστοκράτης, γαλλ. aristocrate]

κεφαλαιο- & κεφαλαι-

κεφαλαιο- & κεφαλαι-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. ΟΙΚΟΝ. στο κεφάλαιο: κεφαλαι-αγορά.|| Κεφαλαιο-ποίηση. 2. στα κεφαλαία στοιχεία: κεφαλαιο-γράμματος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.