αριστοκράτης, αριστοκράτισσα [ἀριστοκράτης] α-ρι-στο-κρά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (συχνά ειρων.) πρόσωπο που ανήκει στην υψηλότερη κοινωνικά και οικονομικά τάξη ή συμπεριφέρεται, όπως τα μέλη αυτής της τάξης, με εκλεπτυσμένο ή υπεροπτικό τρόπο: ξεπεσμένος/πλούσιος ~. ~ από καταγωγή (πβ. γαλαζοαίματος, ευ-γενής, -πατρίδης).|| (ειρων.) Παριστάνει τον ~η. Απλησίαστη/ελαφρόμυαλη ~ισσα (πβ. ακατάδεχτη, ψηλομύτα). Δεν είμαι τόσο ~, κοιμάμαι και στο πάτωμα (πβ. καλο-μαθημένος, -περασάκιας). Βλ. κεφαλαιο-, πλουτο-κράτης.2. εξέχουσα φυσιογνωμία, ελίτ: ~ του πνεύματος/της πολιτικής. [< μτγν. ἀριστοκράτης, γαλλ. aristocrate]
κεφαλαιο- & κεφαλαι-
κεφαλαιο- & κεφαλαι-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. ΟΙΚΟΝ. στο κεφάλαιο: κεφαλαι-αγορά.|| Κεφαλαιο-ποίηση.2. στα κεφαλαία στοιχεία: κεφαλαιο-γράμματος.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.