[ἀρκεῖ] αρ-κεί ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {άρκεσε (λόγ.) ήρκεσε, σπάν. στο α΄κ. β΄πρόσ. | -ούμαι, αρκέ-στηκα, αρκούμενος}: φτάνει (ποσοτικά), ώστε να εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό: Ο μισθός δεν/μόλις που (του) ~, για/ώστε να συντηρήσει την οικογένειά του. Μισή ώρα (σου) ~ και με το παραπάνω για να τελειώσεις. Δεν ~ να έχεις μόνο ταλέντο (για να πετύχεις). ~ να σημειωθεί ότι … ΣΥΝ. επ~. || (ως παρηγοριά σε περιπτώσεις αποτυχίας:) ~ η προσπάθεια! || Άρκεσε μια λέξη του, για να ξεσπάσει καβγάς (: δεν χρειάστηκε παρά ...)! || (σπάν., ως έκφραση δυσαρέσκειας) Φαίνεται πως δεν σου ~ούσα εγώ (: δεν σου ήμουν αρκετός), ήθελες κι άλλους! || (ως επιφών.) ~ (= αρκετά, ως εδώ)! Δεν θέλω ν' ακούσω άλλο! ● Παθ.: αρκούμαι1. αισθάνομαι ότι κάτι είναι αρκετό, για να ικανοποιηθεί κάποια ανάγκη μου· μένω ικανοποιημένος από κάτι: ~είται (και μόνο) στη σκέψη ότι ... ~ούνται στα λίγα (: είναι ολιγαρκείς). || Όσο κι αν προσπάθησαν, αρκέστηκαν (τελικά) στη δεύτερη θέση.2. περιορίζομαι σε κάτι, επειδή το θεωρώ επαρκές, δεν προχωρώ σε κάτι περισσότερο: ~ σε ό,τι ελέχθη. Αρκούμενος να δηλώσει ότι ... Δεν πρέπει να ~ούμαστε απλώς και μόνο στα λόγια, αλλά να προχωρούμε και σε πράξεις. ~στηκε (στο) να με κοιτάζει. Πβ. μένω. ● Μτχ.: αρκών , ούσα, ούν (σπάν.-λόγ.): αρκετός, επαρκής ή απαραίτητος: Δόθηκε η ~ούσα βοήθεια. Δεν ελήφθησαν τα ~ούντα μέτρα. ● ΦΡ.: αρκεί να: με την προϋπόθεση να ...· φτάνει να: Θα είμαι πάντα στη διάθεσή σου, ~ ~ μου το ζητήσεις! Όλα θα ξεπεραστούν, ~ ~ είμαστε μαζί! || Κάτσε, ~ (μόνο) να μην κάνεις φασαρία!, αρκεί που: είναι αρκετό ότι: ~ ~ ήσουν εδώ! Μου ~ούσε (απλώς) που θα συμμετείχα. [< αρχ. ἀρκεῖ]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.