Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • αρκούδα [ἀρκούδα] αρ-κού-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κάθε μεγαλόσωμου παμφάγου χερσαίου θηλαστικού της οικογ. Ursidae με περ. τριγωνικό κεφάλι, πλούσιο τρίχωμα, μικρό στρογγυλοειδές ρύγχος και υποτυπώδη ουρά· κυρ. με αναφορά στην καφέ ή κοινή αρκούδα (επιστ. ονομασ. Ursus arctus): άγρια/εξημερωμένη ~. Η γκρίζα/μαύρη ~. Βλ. χειμερία νάρκη. 2. (μτφ.-μειωτ.) ως χαρακτηρισμός για παχύ (και μεγαλόσωμο) άνδρα ή παχιά (και ψηλή) γυναίκα. Βλ. αλόγα, ελέφαντας, φάλαινα. 3. (μτφ.-προφ.) η Ρωσία (ως υπερδύναμη). ● Υποκ.: αρκουδίτσα (η), αρκουδάκι (το): (ως παιχνίδι) ~ες και κουκλίτσες. ● ΣΥΜΠΛ.: πολική αρκούδα & λευκή αρκούδα: η μεγαλύτερη σε διαστάσεις αρκούδα του πλανήτη, η οποία έχει λευκό τρίχωμα, ζει στις αρκτικές περιοχές και τρέφεται με ψάρια και μικρά θηλαστικά, κυρ. φώκιες: προστασία της ~ής ~ας. [< αγγλ. polar bear, γαλλ. ours polaire] ● ΦΡ.: σαν αρκούδα (προφ.-εμφατ.): πάρα πολύ: δυνατός/πεινασμένος/χοντρός ~ ~. Κοιμάται/μουγκρίζει ~ ~., της αρκούδας (προφ.-εμφατ.): για κάτι που γίνεται σε μεγάλο βαθμό: Έφαγε το ξύλο ~ ~ (= τον χτύπησαν πολύ. Πβ. της χρονιάς του)! Έπεσε το γέλιο ~ ~! Κάνει το κρύο ~ ~ (: πάρα πολύ)! [< μεσν. αρκούδα]
  • αρκουδάκι [ἀρκουδάκι] αρ-κου-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή αρκούδα-παιχνίδι από διάφορα υλικά: λούτρινο/πάνινο ~. Πβ. αρκούδος. 2. απεικόνιση μικρής αρκούδας σε οποιαδήποτε μορφή: σοκολατένια ~ια. Σεντόνια με ~ια.

αλόγα

αλόγα[ἀλόγα] α-λό-γα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-υβριστ.): μεγαλόσωμη και συνήθ. άχαρη και άκομψη γυναίκα. Πβ. φοράδα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.