αρκούδα [ἀρκούδα] αρ-κού-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κάθε μεγαλόσωμου παμφάγου χερσαίου θηλαστικού της οικογ. Ursidae με περ. τριγωνικό κεφάλι, πλούσιο τρίχωμα, μικρό στρογγυλοειδές ρύγχος και υποτυπώδη ουρά· κυρ. με αναφορά στην καφέ ή κοινή αρκούδα (επιστ. ονομασ. Ursus arctus): άγρια/εξημερωμένη ~. Η γκρίζα/μαύρη ~. Βλ. χειμερία νάρκη.2. (μτφ.-μειωτ.) ως χαρακτηρισμός για παχύ (και μεγαλόσωμο) άνδρα ή παχιά (και ψηλή) γυναίκα. Βλ. αλόγα, ελέφαντας, φάλαινα.3. (μτφ.-προφ.) η Ρωσία (ως υπερδύναμη). ● Υποκ.: αρκουδίτσα (η), αρκουδάκι (το):(ως παιχνίδι) ~ες και κουκλίτσες. ● ΣΥΜΠΛ.: πολική αρκούδα & λευκή αρκούδα: η μεγαλύτερη σε διαστάσεις αρκούδα του πλανήτη, η οποία έχει λευκό τρίχωμα, ζει στις αρκτικές περιοχές και τρέφεται με ψάρια και μικρά θηλαστικά, κυρ. φώκιες: προστασία της ~ής ~ας. [< αγγλ. polar bear, γαλλ. ours polaire] ● ΦΡ.: σαν αρκούδα (προφ.-εμφατ.): πάρα πολύ: δυνατός/πεινασμένος/χοντρός ~ ~. Κοιμάται/μουγκρίζει ~ ~., της αρκούδας (προφ.-εμφατ.): για κάτι που γίνεται σε μεγάλο βαθμό: Έφαγε το ξύλο ~ ~ (= τον χτύπησαν πολύ. Πβ. της χρονιάς του)! Έπεσε το γέλιο ~ ~! Κάνει το κρύο ~ ~ (: πάρα πολύ)! [< μεσν. αρκούδα]
αρκουδάκι [ἀρκουδάκι] αρ-κου-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή αρκούδα-παιχνίδι από διάφορα υλικά: λούτρινο/πάνινο ~. Πβ. αρκούδος.2. απεικόνιση μικρής αρκούδας σε οποιαδήποτε μορφή: σοκολατένια ~ια. Σεντόνια με ~ια.
αλόγα
αλόγα[ἀλόγα] α-λό-γα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-υβριστ.): μεγαλόσωμη και συνήθ. άχαρη και άκομψη γυναίκα. Πβ. φοράδα.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.