Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αρνησίθεος , η, ο [ἀρνησίθεος] αρ-νη-σί-θε-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): αρνητής του Θεού. ΣΥΝ. άθεος (1), άπιστος (1) [< μτγν. ἀρνησίθεος]