Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αρουραίος [ἀρουραῖος] α-ρου-ραί-ος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. τρωκτικό (επιστ. ονομασ. Microtus agrestis), που μοιάζει με το ποντίκι, αλλά είναι μεγαλύτερο σε μέγεθος και ζει συνήθ. σε αγρούς: καφέ/μαύροι ~οι.|| ~ των υπονόμων (: Νορβηγικός αρουραίος). Πβ. επίμυς. 2. (μτφ.) πανούργος, δόλιος. [< 1: αρχ. ἀρουραῖος (μῦς) ‘που ζει στα χωράφια’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.