Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αρρωσταίνω [ἀρρωσταίνω] αρ-ρω-σταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αρρώστ-ησα, -ημένος} 1. προσβάλλομαι από ασθένεια: ~ άσχημα/βαριά/σοβαρά. ~ με ίωση/με πυρετό (πβ. κρεβατώνομαι, κρυολογώ). ~ησε από πνευμονία. Πρόσεχε, θ' ~ήσεις! Πβ. ασθενώ, νοσώ. 2. (μτφ.) ενοχλούμαι ή στενοχωριέμαι σε μεγάλο βαθμό· προκαλώ υπερβολική ενόχληση ή στενοχώρια: ~ει και μόνο με τη/στη σκέψη ότι ... Πβ. πάσχω, υποφέρω.|| Με ~ει η ιδέα ότι ... (: με τρελαίνει). ● ΦΡ.: δεν θα (πέσω να) πεθάνω (κιόλας) βλ. πεθαίνω [< 1: αρχ. ἀρρωστῶ 2: sicken]

πεθαίνω

πεθαίνωπε-θαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πέθαν-α, πεθα-μένος, πεθαίν-οντας} 1. παύω να ζω, σταματούν οι βιολογικές μου λειτουργίες: ~ε ακαριαία (= άφησε την τελευταία του πνοή, έμεινε στον τόπο, ξεψύχησε)/νέος/στην αφάνεια/στον δρόμο/στο νοσοκομείο/στη φυλακή. ~ε (= πήγε) από έμφραγμα. Πβ. έσβησε, έφυγε από τη ζωή, τα κακάρωσε, τα τέζαρε, τα τίναξε.|| Θέλω να πεθάνω (= φύγω) με αξιοπρέπεια/όρθιος.|| ~αν (= έδωσαν τη ζωή τους, θυσιάστηκαν) για την πατρίδα τους. 2. (μτφ.-επιτατ.) έχω έντονη επιθυμία ή πάθος για κάποιον ή κάτι· μου αρέσει υπερβολικά: ~ για σένα. ~ για διακοπές/σοκολάτα/σένα.|| ~ει (= τρελαίνεται, ψοφάει) για κομπλιμέντα/κουτσομπολιό. 3. (μτφ.-επιτατ.) για να δηλωθεί υπερβολή: ~ από περιέργεια (= είμαι πολύ περίεργος) να μάθω τι έγινε. ~ από τη ζέστη/το κρύο. ~ει από έρωτα για εκείνη. ~α στα γέλια/στο κλάμα. ~ε από τον πόνο (= πόνεσε πάρα πολύ). Κόντεψα να πεθάνω από τον φόβο μου. ~α για να το φτιάξω (= κουράστηκα πολύ, μου βγήκε ο πάτος). Έχω πεθάνει (= σκοτωθεί) στη δουλειά. 4. (μτφ.-επιτατ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ κάποιον ή του προκαλώ έντονο πόνο: Με έχει πεθάνει (= ζαλίσει) στην πολυλογία. Με ~αν (= με κούρασαν) οι αναμονές.|| Με ~ει η κοιλιά/μέση μου. 5. προκαλώ τον θάνατο κάποιου: Τον ~αν τον άνθρωπο.|| (μτφ.-επιτατ.) Θα με πεθάνει (= ξεκάνει) με αυτά που κάνει.πεθαίνει (μτφ.): χάνεται: Η ελπίδα ~ τελευταία. Η μουσική του ποτέ δεν θα πεθάνει. Ο έρωτάς τους ~ε (= έσβησε).|| Υδροβιότοποι που ~ουν σιγά σιγά (πβ. αργο~, αργοσβήνω, φθίνω). ● ΦΡ.: δεν θα (πέσω να) πεθάνω (κιόλας) & (σπάν.) δεν θ' αρρωστήσω & όχι και να (πέσω να) πεθάνω για ... (προφ.): ως έκφρ. που δηλώνει ότι δεν αξίζει να στενοχωριόμαστε ή να κουραζόμαστε υπερβολικά για κάτι: ~ ~, επειδή χάσαμε. Ό,τι θέλει ας γίνει, ~ ~. Ε, όχι και να ~ ~ για χάρη του., έπεσε/έχει πέσει να πεθάνει (προφ.-επιτατ.): στενοχωρήθηκε πάρα πολύ: Δεν έγραψε καλά και ~ ~., έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα & έχει τελειώσει/τελείωσε/είναι τελειωμένος (μτφ.-προφ.): παύει να με ενδιαφέρει πια, τον έχω διαγράψει από τη ζωή μου., ζει (ή πέθανε); βλ. ζω1, η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση, όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει βλ. μέλλει, πεθαίνω της δίψας/από τη δίψα/στη δίψα βλ. δίψα, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα βλ. πείνα, πέθανε/έμεινε στην ψάθα βλ. ψάθα [< μεσν. πεθαίνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.