Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ασημής , -ιά, -ί [ἀσημής] α-ση-μής επίθ. {ασημ-ιού (θηλ. -ιάς) | -ιών, χωρ. πληθ. αρσ.} & ασημί {άκλ.} (προφ.): που μοιάζει με ασήμι στο χρώμα: ~ής/~ί: μαρκαδόρος. ~ιά/~ί: απόχρωση/σκιά (ματιών)/σκόνη (= ασημόσκονη). ~ί: αυτοκίνητο. ΣΥΝ. αργυρός (3), ασημένιος (2) ● Ουσ.: ασημί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: γκρι/μαύρο-~.