Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ασθένεια [ἀσθένεια] α-σθέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} (λόγ.): αρρώστια, νόσος: ανίατη/γενετική/διανοητική/εκφυλιστική/θανατηφόρα/ιάσιμη/κληρονομική/μεταδοτική/μολυσματική/νεοπλασματική/πολυπαραγοντική/χρόνια ~. Ιογενείς ~ες. ~ του αναπνευστικού. Ανακούφιση/διάγνωση/εξέλιξη/κρούσματα/παρακολούθηση/πρόληψη/συμπτώματα μιας ~ας. Φάρμακο κατά της ~ας ... Άδεια/βιβλιάριο/επίδομα/παροχές ~είας. Φορείς ~ών. Κόλλησε/μετέφερε την ~. Πάσχει/προσβλήθηκε/υποφέρει από ~. Η ~ εκδηλώθηκε/εξαπλώθηκε. Πβ. νόσημα, πάθηση. Βλ. μυ~, νευρ~.|| (ΚΤΗΝ.) Παρασιτική ~. (ΓΕΩΠ.) ~ των δέντρων/του φυλλώματος. ~ του αμπελιού (π.χ. περονόσπορος, φυλλοξήρα). ~ες καλλωπιστικών φυτών. Μυκητολογικές ~ες λαχανικών.|| (μτφ.) Κοινωνική/πνευματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική ασθένεια: σε περιπτώσεις που κάποιος προφασίζεται ότι είναι άρρωστος, για να αποφύγει δυσάρεστη κατάσταση: σκηνοθετημένη ~ ~., επαγγελματική ασθένεια & νόσος: που οφείλεται στη φύση ορισμένων επαγγελμάτων. Βλ. αμιάντωση, βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ιατρική της εργασίας. [< αγγλ. occupational disease, 1901, occupational illness] , παιδική ασθένεια/αρρώστια 1. ΙΑΤΡ. που προσβάλλει κυρ. παιδιά. Βλ. ανεμοβλογιά, ιλαρά, κοκίτης, οστρακιά, παρωτίτιδα. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) αρνητικό στοιχείο που δηλώνει ανωριμότητα, επιπολαιότητα, απειρία: (στο μπάσκετ) Η ~ ~ των πολλών χαμένων βολών., ασθένεια του φιλιού βλ. φιλί, ασθένεια/νόσος του ύπνου βλ. ύπνος, ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων βλ. αγελάδα, αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος βλ. αυτοάνοσος, γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό, ψυχική ασθένεια βλ. ψυχικός [< αρχ. ἀσθένεια, γαλλ. maladie, asthénie, αγγλ. asthenia]

αγελάδα

αγελάδα[ἀγελάδα] α-γε-λά-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γελάδα 1. το θηλυκό του βοδιού μετά την πρώτη γέννα: άσπρη/γαλακτοφόρος/μαύρη/παχιά ~. (Νωπό/παστεριωμένο/φρέσκο) γάλα/κοπριά/μαστάρια ~ας. Το μικρό της ~ας (= το μοσχάρι). ~ες γαλακτοπαραγωγής/ελευθέρας βοσκής/κρεατοπαραγωγής. Αρμέγω/εκτρέφω ~ες. Οι ~ες βόσκουν/μηρυκάζουν/μουκανίζουν. Αρμεκτήρια ~ων. Πβ. δαμάλα.|| (ειρων.) Έχει το βλέμμα της ~ας (: πνευματικά νωθρό άτομο). Βλ. ταύρος. 2. (μτφ.-υβριστ.) για παχύσαρκη, άχαρη και δυσκίνητη γυναίκα. Πβ. χοντρός. ● Υποκ.: αγελαδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων & (προφ.) τρελές αγελάδες: ΚΤΗΝ. σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. [< αγγλ. mad cow disease, 1988] , ιερή αγελάδα (μτφ.): πρόσωπο, θεσμός, ζήτημα που κανείς δεν τολμά να θίξει. [< αγγλ. sacred cow, 1910, γερμ. heilige Kuh] ● ΦΡ.: βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει (μτφ.): για κάποιον που απομυζά, εκμεταλλεύεται πρόσωπα ή καταστάσεις. ΣΥΝ. βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων (εσφαλμ. παχέων): περίοδος φτώχειας/ευμάρειας: Άρχισε/ήρθε/πέρασε/συνεχίζεται/τέλειωσε η ~ ~. Βλ. τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. [< μεσν. αγελάδα]

αμιάντωση

αμιάντωση[ἀμιάντωση] α-μι-ά-ντω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επαγγελματική νόσος που προσβάλλει τους πνεύμονες και οφείλεται στην εισπνοή σκόνης αμιάντου. Βλ. πνευμονοκονίαση. [< αγγλ. asbestosis, 1927]

ανεμοβλογιά

ανεμοβλογιά[ἀνεμοβλογιά] α-νε-μο-βλο-γιά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταδοτική εξανθηματική και συνήθ. επιδημική νόσος που εμφανίζεται κυρ. σε παιδιά και οφείλεται σε ιό: ουλές/σημάδια από ~. Βλ. έρπης ζωστήρ, ερυθρά, ευλογιά, ιλαρά, κοκίτης, μαγουλάδες, οστρακιά. [< γαλλ. varicelle]

αυτοάνοσος

αυτοάνοσος, η, ο [αὐτοάνοσος] αυ-το-ά-νο-σος επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αυτοανοσία: ~ος: διαβήτης. ~η: αντίδραση/διαταραχή/ηπατίτιδα. ~ο: σύνδρομο. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος: που οφείλεται σε αντισώματα τα οποία παράγει το σώμα εναντίον των δικών του κυττάρων ή ιστών. Βλ. σκλήρυνση κατά πλάκας. [< αγγλ. autoimmune, 1952, γαλλ. auto-immun, 1973]

πτηνό

πτηνόπτη-νό ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΟΡΝΙΘ. πουλί: άγρια/αποδημητικά/αρπακτικά/εξωτικά/επιδημητικά/μεταναστευτικά/μικρά ~ά. Παρυδάτια/υδρόβια ~ά. ~ά συντροφιάς (: καναρίνι, παπαγάλος). Ταΐστρες/φωλιές ~ών. ΣΥΝ. πετούμενα ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των πτηνών/των πουλερικών & νόσος/ασθένεια των πτηνών/των πουλερικών: ΚΤΗΝ. -ΙΑΤΡ. γρίπη που προκαλείται από τον ιό Η5Ν1, προσβάλλει πτηνά και σπανιότ. χοίρους και μεταδίδεται από ζώο σε ζώο ή σε άνθρωπο. [< αγγλ. avian influenza, 1965, bird flu, 1972] , παραδείσια πουλιά βλ. παραδείσιος, ωδικά πτηνά βλ. ωδικός [< αρχ. πτηνόν]

ύπνος

ύπνος[ὕπνος] ύ-πνος ουσ. (αρσ.) 1. περιοδική φυσιολογική κατάσταση των ανθρώπων και των ζώων κατά την οποία η συνείδηση υπολειτουργεί, οι μύες χαλαρώνουν, η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή επιβραδύνονται και η ικανότητα αντίδρασης στα ερεθίσματα μειώνεται: ανεπαρκής/ανήσυχος/βαθύς/βαρύς/βραδινός/γλυκός/επαρκής/ήρεμος/μεσημεριανός (= σιέστα)/παρατεταμένος/πρωινός/σύντομος/τεχνητός (πβ. ύπνωση) ~. Απώλεια/προβλήματα/στέρηση ~ου. Δωμάτιο (= υπνοδωμάτιο)/εργαστήριο/μαξιλάρι/(κακή) στάση/στρώμα ~ου. Ρούχα (βλ. νυχτικό, πιτζάμα)/στάδια του ~ου. Ώρα για ~ο. Εν/σε ώρα ~ου. ~ με/χωρίς όνειρα. Παραμιλώ στον ~ο μου (πβ. υπνολαλία). Ο γιατρός μου συνέστησε ξεκούραση και ~ο. Χόρτασα ~ο. Πάμε/πέφτουμε για ~ο. Βρίσκεται σε κατάσταση ~ου. (προφ.) Έριξα έναν ~ο (: κοιμήθηκα πάρα πολύ ή/και πολύ καλά). Μόλις σηκώθηκα από τον ~ο (: μόλις ξύπνησα/σηκώθηκα από το κρεβάτι). (Για κάτι ευχάριστο ή επιθυμητό, αλλά μη αναμενόμενο:) Ούτε στον ~ο του δεν φανταζόταν ότι θα έβρισκε τόσο καλή δουλειά. 2. (μτφ.) αδράνεια ή νωθρότητα: Καιρός να ξυπνήσουμε/σηκωθούμε από τον ~ο μας (= να δραστηριοποιηθούμε). Πβ. λήθαργος. ● Υποκ.: υπνάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος ύπνος (μτφ.): θάνατος: Ο μοναχός κοιμήθηκε τον ~ο ~ο. Πβ. αιώνια ανάπαυση. Βλ. αιώνιο σκοτάδι., ασθένεια/νόσος του ύπνου: ΙΑΤΡ. τροπική λοιμώδης νόσος που μεταδίδεται με τσίμπημα από μύγα τσε τσε και μπορεί να είναι θανατηφόρα. Πβ. τρυπανοσωμίαση., ελαφρύς ύπνος βλ. ελαφρύς, παράδοξος ύπνος βλ. παράδοξος, υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου βλ. άπνοια1, χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος ● ΦΡ.: είμαι από τον ύπνο: δεν έχω συνέλθει ακόμα από τον ύπνο: ~ ~ και δεν μπορώ να σκεφτώ τι μου λες., καλόν ύπνο(!): ευχή σε κάποιον που πάει για ύπνο. ΣΥΝ. όνειρα γλυκά!, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου 1. (μτφ.) για άνθρωπο που χαρακτηρίζεται από αφέλεια, που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του και ειδικότ. τις ενέργειες εις βάρος του: Οι συνάδελφοί του συνωμοτούν για να τον διώξουν κι αυτός ~ ~. 2. κοιμάται βαθιά, ήρεμα: Αν και έχει τόση φασαρία, αυτός ~ ~ (= του καλού καιρού). [< γαλλ. dormir du sommeil du juste] , ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια (γνωμ.): για να τονιστεί η ευεργετική επίδραση του ύπνου κατά την παιδική ηλικία ή ειρων. για άνθρωπο που του αρέσει να κοιμάται πολύ., πιάνω (κάποιον) στον ύπνο (μτφ.): αιφνιδιάζω, βρίσκω κάποιον απροετοίμαστο: Ο ξαφνικός χιονιάς έπιασε τον κρατικό μηχανισμό ~. Οι παίκτες έπιασαν ~ την άμυνα των αντιπάλων και σκόραραν., στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; (προφ.-ειρων.): σε περίπτωση που κάτι το οποίο δεν ισχύει παρουσιάζεται ως πραγματικό ή όταν κάποια ενέργεια εκτελείται πολύ νωρίς το πρωί: Πώς και μου τηλεφωνείς πρωί πρωί, ~ με έβλεπες;, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) (ειρων.): για κάποιον που νυστάζει σε ασυνήθιστη ώρα ή ακατάλληλο μέρος ή που είναι νωθρός., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου βλ. βλέπω, δεν μου κολλάει ύπνος βλ. κολλώ, με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος βλ. παίρνω [< αρχ. ὕπνος]

δινω

δινω

φι-λί ουσ. (ουδ.) {φιλ-ιού}: επαφή των χειλιών κυρ. με σημείο του προσώπου κάποιου ως ένδειξη αγάπης, έρωτα, συμπάθειας ή φιλικότητας: αθώο/απαλό/βιαστικό/γλυκό/ερωτικό/ζεστό/ηχηρό/πεταχτό/ρουφηχτό/τρυφερό ~. Καυτά ~ιά. ~ στο μάγουλο/μέτωπο/στόμα/χέρι (= χειροφίλημα). Της έδωσε ένα παθιασμένο ~. Δέχομαι/παίρνω ένα ~. Κλέβω ένα ~ (: κλεφτό). Να του δώσετε πολλά ~ιά και από μένα. Ανταλλάσσω/μοιράζω/στέλνω ~ιά. (σε αποφώνηση:) Με πολλά ~ιά. Πβ. ασπασμός, μάκια, ματς μουτς, φίλημα.|| (μτφ.-λογοτ.) Πικρό ~. Το στερνό ~ (: σε περίπτωση οριστικού αποχωρισμού ή θανάτου).|| (επιτατ.) Την/τον έπνιξε στα ~ιά. Με γέμισε ~ιά/με τρέλανε στα ~ιά. || Διαδικτυακά ~ιά. ● Υποκ.: φιλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια του φιλιού & νόσος του φιλιού: ΙΑΤΡ. λοιμώδης μονοπυρήνωση., γαλλικό φιλί: ερωτικό φιλί με επαφή των γλωσσών. ΣΥΝ. γλωσσόφιλο ● ΦΡ.: το φιλί του Ιούδα (μτφ.): για πράξη εξαπάτησης και προδοσίας., φιλιά/φιλάκια (οικ.): ως χαιρετισμός, τρυφερή αποφώνηση συνήθ. σε τηλεφωνική συνομιλία: Τα λέμε, φιλάκια! Πολλά φιλιά σε όλους! ΣΥΝ. φιλούρες, (είναι) όλο αγκαλιές και φιλιά βλ. αγκαλιά, ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα βλ. ανάριος, σκάω (ένα) φιλί/χαστούκι (σε κάποιον) βλ. σκάω, το φιλί της αγάπης βλ. αγάπη, φιλί (της) ζωής βλ. ζωή [< μεσν. το φιλείν, αρχ. απαρέμφατο φιλεῖν]

ψυχικός

ψυχικός, ή, ό ψυ-χι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ψυχή, στη συναισθηματική και ηθική πλευρά του ανθρώπου: ~ός: δεσμός/κλονισμός/κόσμος (= εσωτερικός)/πλούτος/πόνος. ~ή: ανανέωση/ανάπτυξη/αναστάτωση/ανθεκτικότητα/ανωτερότητα/αποξένωση/γαλήνη/διάθεση/διέγερση/δοκιμασία/δύναμη/ευημερία/ευφορία/ζωή/ηρεμία/ισορροπία/καλλιέργεια/κατάπτωση/κατάσταση/λειτουργία/πίεση/συμπαράσταση/ταλαιπωρία/ταραχή/υγιεινή/φόρτιση. ~ό: άλγος/δέσιμο/κενό/κόστος/μεγαλείο/ράκος/σθένος. ~οί: παράγοντες. ~ές: αρετές/εξάρσεις/επιπτώσεις/ικανότητες/παθήσεις. ~ά: αποθέματα/νοσήματα/οφέλη/συμπλέγματα/φαινόμενα (ΑΝΤ. φυσικά)/χαρίσματα. (Γνήσιος/καθαρός) ~ αυτοματισμός (βλ. υπερρεαλισμός). Βλ. νευρο~, πνευματ-, ψυχοσωματ-ικός.|| (καταχρ.) ~ές εμπειρίες (= μεταφυσικές, παρα-φυσικές, -ψυχικές). ΑΝΤ. σωματικός ● επίρρ.: ψυχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχική ασθένεια & νόσος: ΨΥΧΙΑΤΡ. κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από διαταραχές στη σκέψη, το συναίσθημα, τη συμπεριφορά αλλά και την επικοινωνία του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του και χρειάζεται ιατρική αντιμετώπιση: σοβαρή/χρόνια ~ ~. Βλ. σχιζοφρένεια, ψυχική/διανοητική διαταραχή, ψύχωση., ψυχική επαφή: αμοιβαία επικοινωνία, συναισθηματική σύνδεση, οικειότητα μεταξύ προσώπων: έλλειψη ~ής ~ής. Έχω ~ ~ με κάποιον. Του λείπει η ~ ~ και η αγάπη., ψυχική σύγκρουση {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΨΥΧΑΝ. κατάσταση κατά την οποία το άτομο βιώνει ασύμβατες μεταξύ τους επιθυμίες, απαιτήσεις ή ενορμήσεις: ασυνείδητες ~ές ~ούσεις. Επίλυση ~ών ~ούσεων (μέσω της ψυχοθεραπείας)., ψυχική υγεία: κατάσταση ψυχολογικής και συναισθηματικής ευεξίας, η οποία επιτρέπει στο άτομο να αξιοποιεί τις πνευματικές του δυνατότητες, να προσαρμόζεται στο κοινωνικό σύνολο και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής: σωματική και ~ ~. Κέντρο/κλινική (βλ. ψυχιατρείο)/μονάδα/υπηρεσίες ~ής ~ας., ψυχικό όργανο: ΨΥΧΑΝ. το σύνολο των συνειδητών και ασυνείδητων λειτουργιών του ανθρώπου, ο ψυχισμός: Βλ. αυτό, εγώ, υπερεγώ., ψυχικό τραύμα: επώδυνο βίωμα, το οποίο έχει συνήθ. μακροχρόνιες επιπτώσεις στον ψυχισμό του ατόμου: ανεξίτηλα/βαθιά ~ά ~ατα. Φροντίδα παιδιών με ~ά ~ατα. Βλ. σοκ, ψυχοτραυματολογία., ψυχική ανάταση βλ. ανάταση, ψυχική οδύνη βλ. οδύνη, ψυχική/διανοητική διαταραχή βλ. διαταραχή [< αρχ. ψυχικός, γαλλ. psychique, αγγλ. psychic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.