Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ασθενώ [ἀσθενῶ] α-σθε-νώ ρ. (αμτβ.) {ασθεν-είς … | ασθέν-ησα} (επίσ.) 1. είμαι άρρωστος: ~εί από (/με) γρίπη. ~ησε βαριά/ξαφνικά/σοβαρά. ~εί σωματικά/ψυχικά. Βλ. οικουρώ. ΑΝΤ. υγιαίνω.|| (μτφ.) Οικονομία που ~εί (: αντιμετωπίζει προβλήματα, είναι σε κρίση, παρακμάζει, χωλαίνει). Πβ. αρρωσταίνω, νοσώ. 2. (μτφ.) εξασθενώ: (για τον καιρό) Τα φαινόμενα θα ~ήσουν. [< αρχ. ἀσθενῶ]

οικουρώ

οικουρώ[οἰκουρῶ] οι-κου-ρώ ρ. (αμτβ.) {οικουρ-εί ... | συνήθ. στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): μένω στο σπίτι, κυρ. λόγω ασθένειας ή ανάρρωσης: ~εί λόγω γρίπης. [< αρχ. οἰκουρῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.