Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ασκητής [ἀσκητής] α-σκη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ασκήτρια}: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που έχει αποσυρθεί σε ερημικό μέρος, όπου ζει σε απομόνωση, με σκοπό την πνευματική του ολοκλήρωση ή τη θέωση· ειδικότ. μοναχός, καλόγερος: βουδιστής/ινδός (βλ. φακίρης)/χριστιανός ~. Οι ~ές της ερήμου.|| Οι ~ές του Αγίου Όρους.|| (ως επίθ.) ~ές Πατέρες της Εκκλησίας.|| (κατ΄επέκτ.) Ζει σαν ~ (= ασκητικά). ΣΥΝ. αναχωρητής (1), ερημίτης [< μτγν. ἀσκητής, γαλλ. ascète]