Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ασκώ [ἀσκῶ] α-σκώ ρ. (μτβ.) {ασκ-είς ... | άσκ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, (σπάν.) -ημένος, -ούμενος, -ώντας, ασκη-θείς, -θείσα, -θέν} 1. γυμνάζω σωματικά ή πνευματικά κάποιον ή κάτι, συνήθ. με επανάληψη, πρόγραμμα, τυποποίηση: ~εί τους κοιλιακούς του. ~ούμαι καθημερινά/συστηματικά/τακτικά. Πβ. εξ~, προπονώ.|| Δραστηριότητες που ~ούν (= καλλιεργούν) την αντίληψη/κρίση. (για τραγουδιστή) ~ τη φωνή. 2. (επίσ.) ασχολούμαι επαγγελματικά με κάτι: ~ τη δικηγορία/την ιατρική/ένα λειτούργημα. ~εί το επάγγελμα του ... 3. εφαρμόζω, κάνω χρήση δικαιώματος: ~ αντιπολίτευση/βία.|| (ως απολεξικοποιημένο ρήμα~ έλεγχο (= ελέγχω)/εποπτεία (= εποπτεύω)/εξουσία (= εξουσιάζω)/επίδραση (= επιδρώ)/επιρροή (= επηρεάζω)/κριτική (= (επι)κρίνω)/πίεση (= πιέζω). ~εί πάνω μου/μου ~εί γοητεία (= με γοητεύει).|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγή/ένδικο μέσο/έφεση/ποινική δίωξη. Η Ελλάδα ~ησε βέτο. ● Παθ.: ασκούμαι: εκπαιδεύομαι, εξασκούμαι: ~ στη δικηγορία/στον χορό. ~ σε εργαστήριο/τράπεζα (βλ. πρακτική άσκηση). ~ στο να ... Τα παιδιά μέσω του προγράμματος ~ήθηκαν στον διάλογο. ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα βλ. χρέος ● βλ. ασκούμενος [< αρχ. ἀσκῶ, γαλλ. exercer, αγγλ. exercise]

ασκούμενος

ασκούμενος, η, ο [ἀσκούμενος] α-σκού-με-νος επίθ. 1. που εκπαιδεύεται σε ένα γνωστικό ή άλλο αντικείμενο: ~ος: γιατρός/φοιτητής. ~ο: επάγγελμα. Πβ. ειδικευ-, μαθητευ-όμενος.|| (ως ουσ.) Υποψήφιοι ~οι. Η αποζημίωση των ~ένων. 2. (λόγ.) που ασκείται σε κάποιον ή κάτι: η ~η βία/δύναμη/κριτική/πίεση/πολιτική. ● ΣΥΜΠΛ.: ασκούμενος (δικηγόρος): απόφοιτος Νομικής που κάνει την πρακτική του άσκηση συνήθ. σε δικηγορικό γραφείο, για να λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. ● βλ. ασκώ [< μτγν. ἀσκούμενος 1: αγγλ. trainee, γαλλ. stagiaire]

πρακτική

πρακτικήπρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.) & (προφ.) πραχτική 1. εφαρμογή στην πράξη απόψεων, γνώσεων, θεωρίας ή τρόπος δράσης: κλασική/συνήθης ~. Εκπαιδευτικές/καινοτόμες/κοινωνικές/πολιτικές ~ές. Βέλτιστες/καλές (διδακτικές) ~ές. Κατά πάγια ~ή. 2. επαγγελματική άσκηση σε πραγματικές συνθήκες εργασίας, με σκοπό την απόκτηση πείρας: Κάνει την ~ του σε δικηγορικό γραφείο/τράπεζα. [< αρχ. πρακτικός ‘σχετικός με την πράξη, χρήσιμος, δραστήριος’, γαλλ. pratique, αγγλ. practice]

χρέος

χρέοςχρέ-ος ουσ. (ουδ.) {χρέ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. υποχρέωση καταβολής ή επιστροφής χρηματικού ποσού που έχει δοθεί συνήθ. ως πίστωση· οφειλή: δυσβάσταχτο/υπέρογκο/υψηλό ~. Ασφαλιστικό/δημοσιονομικό/ενυπόθηκο/ιδιωτικό/καθαρό ~. Αστικά/εμπορικά/εταιρικά/συσσωρευμένα/φορολογικά ~η. ~ της τάξης των/ύψους ... ευρώ. Αναδοχή/απαλοιφή/(άμεση) απόδοση/απομείωση/απόσβεση/διαγραφή/μηδενισμός/παραγραφή/σβήσιμο/τακτοποίηση του ~ους. Τα ~η της επιχείρησης (βλ. παθητικό). ~η από τζόγο. Είσπραξη/κεφαλαιοποίηση/τόκοι ~ών. Έχει ~η (= είναι χρεωμένος). Άφησε ~η (πβ. φέσι). Δεν μπορεί να (απο)πληρώσει/εξοφλήσει τα ~η του (βλ. αναξιόχρεος, φερέγγυος). Διώκεται για ~η προς το Δημόσιο. (μτφ.) Έχει γονατίσει απ' τα ~η. Βλ. πιστοληπτική ικανότητα, υποθήκη. 2. (μτφ.) ευθύνη, ηθική υποχρέωση, καθήκον: ιερό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Συναίσθηση του ~ους. Είναι ~ όλων μας να ... Έχω ~ να ... Θεωρώ ~ μου να ... Επιτελεί το ~ του. Έκανε το ~ του προς την πατρίδα (: υπηρέτησε στον στρατό). Εκπλήρωσε το ~ του απέναντι ... Πβ. αποστολή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος & επαχθές χρέος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. μη νομιμοποιημένη οφειλή, σε περιπτώσεις όπου η δανειακή σύμβαση έχει συναφθεί με τη σύμφωνη γνώμη του πιστωτή, χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους και το χρηματικό ποσό του δανείου έχει σπαταληθεί με τρόπο που αντιβαίνει στα λαϊκά συμφέροντα. [< αγγλ. odious debt, 1927] , δημόσιο/εθνικό χρέος & (σπάν.) κυβερνητικό χρέος & (προφ.) χρέος: ΟΙΚΟΝ. οφειλές του Δημοσίου που προέρχονται από τη σύναψη δανείων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα του εσωτερικού ή του εξωτερικού για την κάλυψη κρατικών αναγκών: ακαθάριστο/συνολικό ~ ~. Αύξηση/διόγκωση του δημόσιου ~ους. Αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση/αναδιάταξη/διακανονισμός/διαχείριση/διευθέτηση του εθνικού ~ους. Το χρέος της χώρας έφτασε/υπερβαίνει τα ... ευρώ. Το ~ ~ ανέρχεται/εκτινάχθηκε στο ... % του ΑΕΠ. Βλ. δημοσιονομικό έλλειμμα, πληθωρισμός. , άφεση χρέους βλ. άφεση, κούρεμα (χρέους) βλ. κούρεμα, χρέος τιμής βλ. τιμή ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα (λόγ.): έχω αναλάβει συγκεκριμένη αρμοδιότητα: ~ει/~εί ~ γραμματέα/διερμηνέα. Ο ασκών/εκτελών ~ Προέδρου. Πβ. χρηματίζω., βάζω χρέος (προφ.): χρεώνομαι. Έβαλε ~ ... ευρώ, για ν' αγοράσει ..., πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη & τον πνίγουν τα χρέη (μτφ.-προφ.): χρωστά πολλά λεφτά, είναι καταχρεωμένος. [< αρχ. χρέος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.