αστυνομία [ἀστυνομία] α-στυ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. κρατική υπηρεσία επιφορτισμένη με την τήρηση των νόμων και της δημόσιας τάξης, τη δίωξη και την πρόληψη του εγκλήματος: δικαστική/ειδική/λιμενική (βλ. Λιμενικό Σώμα)/μυστική/οικονομική/τοπική ~. Συνοριακή ~/~ συνόρων (βλ. συνοριοφύλακας). (παλαιότ.) ~ πόλεων (βλ. χωροφυλακή). Διεθνής ~ (βλ. ιντερπόλ). Ευρωπαϊκή ~ (= ευρω~). Οι άνδρες (= αστυνομικοί)/ο αρχηγός/ο διοικητής/οι κλούβες/το κρατητήριο/τα όργανα/τα περιπολικά της ~ας. Σχολή Αστυφυλάκων/Αξιωματικών της Ελληνικής ~ας. Έφοδος/μπλόκο της ~ας. (Ειδικές) μονάδες της ~ας. Βλ. Άμεση Δράση, ΕΛ.ΑΣ., εκατό, Τροχαία.|| Ιδιωτική ~ (βλ. σεκιούριτι). Βλ. ευρω~, -νομία.2. (συνεκδ.) οι αστυνόμοι, οι αστυνομικές δυνάμεις και το κτίριο όπου στεγάζεται η υπηρεσία τους: το αρχηγείο της ~ας. Έλεγχος/επέμβαση της ~ας. Έπεσε στην παγίδα της ~ας (= του νόμου). Η ~ εισέβαλε στο σπίτι του υπόπτου και τον συνέλαβε. Η ~ βρήκε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Τον έπιασε/ψάχνει η ~. Η ~ διεξάγει έρευνα/(δι)ερευνά την υπόθεση. Ειδοποιώ/ενημερώνω/καλώ την ~. Καταγγέλλω κάποιον στην ~. Ανακρίνεται/καταζητείται από την ~. Έχει μπλεξίματα με την ~.|| (προφ.) Ψηλά τα χέρια, ~!|| Κρατείται στην ~ (= Ασφάλεια, Τμήμα). Βλ. ΓΑΔΑ. ● ΣΥΜΠΛ.: Δημοτική Αστυνομία: υπηρεσία του Δήμου που αναλαμβάνει τη διενέργεια ελέγχων σε χώρους στάθμευσης, κοινής χρήσης, υπαίθριου εμπορίου., διαπραγματευτής της Αστυνομίας βλ. διαπραγματευτής, στρατιωτική αστυνομία βλ. στρατιωτικός, Τουριστική Αστυνομία βλ. τουριστικός [< αρχ. ἀστυνομία 'το αξίωμα του αστυνόμου΄, γαλλ. police]
ΓΑΔΑ
ΓΑΔΑ(η): Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής.
διαπραγματευτής
διαπραγματευτήςδι-α-πραγ-μα-τευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διαπραγματεύτρια}: πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διεξαγωγή διαπραγμάτευσης: ανώτατος/εμπορικός ~. Συνάντηση των ~ών στις συνομιλίες για την ένταξη νέων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πβ. (δια)μεσολαβητής. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπραγματευτής της Αστυνομίας: αστυνομικός ειδικά εκπαιδευμένος για να διεξάγει συνομιλίες με δράστες, συνήθ. σε περιπτώσεις απαγωγής ή ομηρίας., ειδικός διαπραγματευτής: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται σε συνεχή βάση στις χρηματοπιστωτικές αγορές και αναλαμβάνει να συναλλάσσεται για ίδιο λογαριασμό, αγοράζοντας και πουλώντας χρηματοπιστωτικά μέσα, έναντι δικών του κεφαλαίων, σε τιμές που έχει καθορίσει το ίδιο. [< γαλλ. négociateur]
στρατιωτικός
στρατιωτικός, ή, ό στρα-τι-ω-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον Στρατό Ξηράς και γενικότ. τις Ένοπλες Δυνάμεις ή τους στρατιώτες: ~ός: ακόλουθος/αναλυτής/γιατρός/δικαστής/δορυφόρος/εξοπλισμός/ιερέας/χαιρετισμός. ~ή: ακαδημία/απειλή/αποστολή/άσκηση/βάση/βία/βοήθεια/δικαιοσύνη/δικτατορία/διοίκηση/δράση/εισβολή/εκπαίδευση/επέμβαση/ζωή (: που χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, αφοσίωση στο καθήκον, αίσθημα ευθύνης)/ηγεσία/ήττα/θητεία/ιεραρχία/ιστορία/ισχύς (μιας χώρας)/μονάδα/νίκη/οργάνωση/παρέλαση/παρουσία (: σε ένα μέρος)/περιοχή/στρατηγική/συνεργασία/τέχνη/υπεροχή/φάλαγγα. ~ό: αεροδρόμιο/αεροσκάφος/δικαστήριο (βλ. αερο-, ναυτο-, στρατο-δικείο)/δόγμα/έγγραφο/εμβατήριο/έμβλημα/επάγγελμα/καθεστώς/κατεστημένο/κοιμητήριο/μουσείο/νοσοκομείο/όχημα/πλήγμα/σώμα/υλικό/φυλάκιο. ~οί: κύκλοι. ~ές: Αρχές/δαπάνες/δυνάμεις/εγκαταστάσεις/επιχειρήσεις/πιέσεις/υπηρεσίες/φυλακές. ~ά: είδη (σε κατάστημα)/θέματα/καθήκοντα/μέσα. ~ Ποινικός Κώδικας. ~ή δομή/Επιτροπή. Το ~ό σκέλος του ΝΑΤΟ. Σύστημα πλοήγησης για ~ές εφαρμογές/~ή χρήση. Η κηδεία του έγινε με ~ές τιμές. Βλ. παρα~. ΑΝΤ. πολιτικός (3) ● Ουσ.: στρατιωτικά (τα) (προφ.): η στρατιωτική στολή. ΣΥΝ. φανταρίστικα ΑΝΤ. πολιτικά (2), στρατιωτικό (το) (προφ.): η στρατιωτική θητεία: Δεν έχει κάνει/Έχει τελειώσει το ~ του. ΣΥΝ. φανταριλίκι, στρατιωτικός (ο/η): μόνιμος αξιωματικός ή υπαξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων: πρώην/υψηλόβαθμος ~. Βλ. ιδιώτης, πολίτης. [< γαλλ. militaire] ● επίρρ.: στρατιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στρατιωτική αστυνομία: στρατονομία., στρατιωτικός νόμος: σύμφωνα με τον οποίο ολόκληρη χώρα ή τμήμα της τίθεται σε κατάσταση πολιορκίας: επιβολή/κήρυξη ~ού ~ου., άοπλη (στρατιωτική) θητεία βλ. θητεία, στρατιωτικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, στρατιωτική αντιπαράθεση βλ. αντιπαράθεση, στρατιωτική ζώνη βλ. ζώνη, στρατιωτική πειθαρχία βλ. πειθαρχία, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων βλ. εύελπις [< αρχ. στρατιωτικός ‘σχετικός με στρατιώτη’]
τουριστικός
τουριστικός, ή, ό του-ρι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον τουρισμό ή τους τουρίστες: ~ός: οικισμός/οργανισμός/παράδεισος/πόλος έλξης/προορισμός/τομέας/χάρτης. ~ή: αγορά/ανάπτυξη/αξιοποίηση/ατραξιόν/έκθεση/εκμετάλλευση/έκρηξη/ζήτηση/κίνηση/νομοθεσία/οικονομία/περίοδος/περιοχή/πολιτική/προβολή (της χώρας)/πύλη/υποδομή. ~ό: γραφείο/θέρετρο/λεωφορείο/μάρκετινγκ/νησί/πακέτο/περίπτερο/πλοίο/προϊόν/σκάφος/συνάλλαγμα/φυλλάδιο. ~οί: επιχειρηματίες/πόροι/φορείς. ~ές: διαδρομές/δραστηριότητες/εγκαταστάσεις/επενδύσεις/επιχειρήσεις/πληροφορίες/υπηρεσίες. ~ά: ακίνητα/αξιοθέατα/δρομολόγια/είδη (βλ. σουβενίρ)/έσοδα/καταλύματα/καταστήματα/μέρη/προγράμματα. Χώροι ~ού ενδιαφέροντος. Σχολή ~ών επαγγελμάτων. ● επίρρ.: τουριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Τουριστική Αστυνομία: υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας επιφορτισμένη με την εξυπηρέτηση και προστασία των τουριστών, την εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας και γενικότ. την αντιμετώπιση θεμάτων τουρισμού., τουριστική θέση & οικονομική θέση: (σε πλοίο, αεροπλάνο) με φτηνό εισιτήριο: επιβάτες της ~ής ~ης. Βλ. διακεκριμένη θέση. [< αγγλ. tourist class, 1935, γαλλ. classe touriste] , τουριστικός οδηγός: έντυπη ή ηλεκτρονική έκδοση με πληροφορίες τουριστικού ενδιαφέροντος: γενικός/επίσημος/πανελλαδικός ~ ~. ~ ~ νησιού/νομού/πόλης., ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας βλ. πράκτορας, τουριστική βιομηχανία βλ. βιομηχανία, τουριστική ιππασία βλ. ιππασία [< γαλλ. touristique, αγγλ. touristic]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.