δελτίοδελ-τί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό έντυπο, συνήθ. καρτέλα, με καταγεγραμμένα στοιχεία: βιβλιογραφικό/ηλεκτρονικό/μηχανογραφικό/στατιστικό ~. Ετήσιο/μηνιαίο/συγκεντρωτικό ~. ~ απογραφής/αποστολής/ατομικών στοιχείων/παραγγελίας/παραλαβής/προόδου/συμμετοχής. ~ ΠΡΟ-ΠΟ. ~α κοινωνικού τουρισμού. Ατομικό ~ υγείας.|| (συνοπτική έκθεση Αρχής:) Ιατρικό ~. Έκδοση ~ου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (βλ. ΚΤΕΟ). 2. (με κεφαλ. Δ) τίτλος άρθρων εφημερίδας και γενικότ. περιοδική έκδοση με μελέτες ειδικού περιεχομένου: εμπορικό/ενημερωτικό/οικονομικό ~. Το ~ του συλλόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: δελτίο ειδήσεων: τηλεοπτική ή ραδιοφωνική παρουσίαση των πρόσφατων σημαντικών γεγονότων: αναλυτικό/απογευματινό/βραδινό/έκτακτο/κεντρικό/μεσημβρινό/πρωινό/σύντομο/τοπικό ~ ~.|| (προφ.) Το δελτίο των οχτώ. ΣΥΝ. ειδήσεις [< αγγλ. news bulletin, 1915] , δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο: πρόγνωση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας: ~ ~ για τους αγρότες. [< γαλλ. bulletin météorologique] , δελτίο παροχής υπηρεσιών: ΟΙΚΟΝ. μπλοκ με σφραγισμένα στελέχη που εκδίδεται από ελεύθερους επαγγελματίες ή επιχειρήσεις για παροχή υπηρεσιών: Αμείβομαι/εργάζομαι με ~ ~. Κόβω ~ ~. Πβ. μπλοκάκι., δελτίο ταυτότητας: επίσημο έντυπο με το οποίο πιστοποιούνται τα στοιχεία του κατόχου του: αστυνομικό (= αστυνομική ταυτότητα)/υπηρεσιακό ~ ~. Βλ. ΑΔΤ. [< γαλλ. carte d'identité] , δελτίο τιμών: ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια δημόσια υπηρεσία και περιέχει τις ενδεικτικές ή υποχρεωτικές τιμές για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων: ημερήσιο ~ ~. ~ ~ συναλλάγματος/φαρμάκων., δελτίο Τύπου: σύντομο κείμενο, που εκδίδει και διανέμει στον Τύπο επίσημος φορέας ή συλλογικό όργανο, με το οποίο γνωστοποιείται ένα γεγονός και δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για αυτό. Πβ. ανακοίνωση Τύπου. [< αγγλ. press release, 1958] , τεχνικό δελτίο (έργου): το οποίο υποβάλλεται προς έγκριση, παρέχοντας στοιχεία για τον τεχνικό προσδιορισμό ενός έργου (είδος, σκοπιμότητα, χρονοδιάγραμμα, κόστος, εμπλεκόμενοι φορείς)., δελτίο θυέλλης βλ. θύελλα ● ΦΡ.: με το δελτίο: σε πολύ μικρή ποσότητα, με οικονομία: ~ ~ τα καύσιμα/το νερό. Τα τρόφιμα μοιράζονταν ~ ~. [< αρχ. δελτίον, γαλλ. billet, bulletin, carnet]
ΜΑΤ(τα): Μονάδες Αποκατάστασης (της) Τάξης.
πολυδύναμος, η, ο πο-λυ-δύ-να-μος επίθ. 1. που έχει πολλές δυνατότητες ή δυνάμεις: ~ος: δάσκαλος/πολιτιστικός χώρος. ~η: μονάδα/ομάδα (ειδικών). ~ο: ιατρείο (= πολυϊατρείο)/(αθλητικό) κέντρο. Πβ. πολυλειτουργικός, πολυσθενής. Βλ. αδύναμος. 2. ΦΑΡΜΑΚ. (για εμβόλιο ή ορό) που είναι αποτελεσματικό(ς) στην καταπολέμηση πολλών παθογόνων παραγόντων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα (παλαιότ.): αρμόδιο για πολλούς δήμους. [< 1: μτγν. πολυδύναμος, γαλλ. polyvalent, 1902 2: αγγλ. polyvalent, 1904]
τμήμα[τμῆμα] τμή-μα ουσ. (ουδ.) {τμήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μέρος συνόλου, κομμάτι: αρχικό/μεταλλικό/ξύλινο/οδικό/πλαστικό/τελευταίο ~. ~ δρόμου/κειμένου/κτιρίου/οικοπέδου/ομάδας/πόλης/στρατού (πβ. απόσπασμα)/χάρτη. ~ από τη ζωφόρο του ναού/τα τείχη/το ψηφιδωτό. Ζωτικό ~ της χώρας. Το ανατολικό ~ του νομού. Αφαίρεσε/έκοψε ένα ~ του φλοιού. Κατά ~ατα (= τμηματικά, κομμάτι κομμάτι). Πβ. τεμάχιο.|| (ΜΑΘ.) ~ έλλειψης/ευθείας από το Α έως το Β/κύκλου (: μέρος της επιφάνειάς του που ορίζεται από τόξο της περιφέρειάς του και της αντίστοιχης χορδής)/σφαίρας (: μεταξύ δύο παράλληλων επιπέδων που τέμνουν τη σφαίρα). 2. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) υποδιαίρεση υπηρεσίας, επιχείρησης, νοσηλευτικού ή εκπαιδευτικού ιδρύματος και συνεκδ. ο χώρος όπου αυτή/αυτό στεγάζεται: αυτόνομο/γενικό/εμπορικό/οικονομικό/τεχνικό ~. ~ γυναικείων ειδών/διανομής/διαχείρισης (ανθρώπινου δυναμικού)/διεθνών σχέσεων/εισαγωγών/εκπαιδευτικών θεμάτων/ελέγχου/ερευνών/μάρκετινγκ/μελετών/μητρώου/συσκευασίας. Διευθύνει το ~ πωλήσεων. Εργαζόμαστε στο ίδιο ~.|| Καρδιολογικό/παθολογικό ~ νοσοκομείου.|| ~ Μαθηματικών/Νομικής. Ιατρικό ~ Πανεπιστημίου. Τα ~ατα της Φιλοσοφικής Σχολής. Εγγραφές/εισαγωγή στο ~. Ανακοινώσεις/απόφοιτοι/γενική συνέλευση/γραμματεία/δομή/έδρες/εκπαιδευτικό προσωπικό/εργαστήρια/ιστοσελίδα/κτίριο/λειτουργία/μέλη ΔΕΠ/μεταπτυχιακό πρόγραμμα/οργάνωση/πρόεδρος/πτυχιούχοι ενός ~ατος. Ιδρύονται/λειτουργούν νέα ~ατα.|| ~ αρχαρίων/προχωρημένων. Εντατικά/καλοκαιρινά/ολιγομελή/παιδικά/χειμερινά ~ατα Γαλλικών/Γερμανικών. ~ατα χορού. Η Γ' Λυκείου έχει δύο ~ατα. Βλ. κλάδος, τομέας. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυνομικό τμήμα & (προφ.) Τμήμα (ακρ. ΑΤ): υπηρεσία της Αστυνομίας με δικαιοδοσία σε συγκεκριμένη περιοχή και συνεκδ. τα γραφεία στέγασής της: Υπηρετεί στο Α' ~ ~.|| Δήλωση του συμβάντος/προσαγωγή/προσκόμιση δικαιολογητικών στο ~ ~. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στο ~ ~. Με κάλεσαν στο ~ ~ για κατάθεση., εκλογικό τμήμα: κατανομή εκλογέων ανά περιοχή και συνεκδ. ο χώρος όπου οι πολίτες της περιοχής ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα: αμιγές/μεικτό ~ ~. ~ ~ ετεροδημοτών. Ανήκω/ψηφίζω στο ~ ~ ..., ευθύγραμμο τμήμα βλ. ευθύγραμμος, πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα βλ. πολυδύναμος, τμήμα μεταγωγών βλ. μεταγωγή [< 1: αρχ. τμῆμα, πβ. γαλλ. section, γερμ. Abteilung]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ