Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ασυλλόγιστος [ἀσυλλόγιστος] α-συλ-λό-γι-στος επίθ.: που δείχνει έλλειψη σύνεσης, φρόνησης· απερίσκεπτος, επιπόλαιος: ~η: κατανάλωση αλκοόλ/σπατάλη χρημάτων/χρήση φαρμάκων. ~ες: δαπάνες.|| (σπάν. για πρόσ.) ~οι: οδηγοί/πεζοί. Πβ. άκριτος, αλόγιστος, αστόχαστος. ● επίρρ.: ασυλλόγιστα [< αρχ. ἀσυλλόγιστος]