Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ασυστολία [ἀσυστολία] α-συ-στο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απουσία καρδιακών παλμών, συστολών: κοιλιακή ~. Βλ. αρρυθμία, βραδυκαρδία. [< γαλλ. asystolie, αγγλ. asystole]

αρρυθμία

αρρυθμία[ἀρρυθμία] αρ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. διαταραχή του καρδιακού ρυθμού: (προφ.) Έχει ~ες. Βλ. κολπική μαρμαρυγή, ταχυ~. 2. έλλειψη ρυθμού: (μτφ.) κοινωνική/οικονομική ~. Πβ. αταξία.|| Κυβερνητική ~ (= έλλειψη συντονισμού).|| (κυριολ.) ~ες κατά την εκτέλεση μουσικών κομματιών. ΑΝΤ. ευρυθμία [< αρχ. ἀρρυθμία, γαλλ. arythmie, αγγλ. arrhythmia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.