ακούω[ἀκούω] α-κού-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ακού-ς, -ει, -με, -τε, -ν(ε), προστ. άκου, ακούτε, ακού(γ)οντας, παρατ. άκουγα | άκου-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, (σπάν.) -όμενος, -σμένος} 1. αντιλαμβάνομαι ήχους με το αισθητήριο όργανο της ακοής: Δεν ~ει καλά από το δεξί αυτί. ~ει ό,τι τον συμφέρει. Ακούς τίποτα; Για άκου! Μόλις που ~γόταν. ~γομαι στο βάθος; Καλέ, τι κραυγή ήταν αυτή! Μέχρι εδώ ~στηκες! Βλ. βαρι~, κρυφ~, ξαν~, παρ~. 2. παρακολουθώ προσεκτικά κάποιον, κάτι: ~ την εκπομπή σας μέσω ίντερνετ/μουσική/ραδιόφωνο (πβ. ακροάζομαι). Σε ~. Τον έχω ~σει (ενν. τον καλλιτέχνη) ζωντανά σε συναυλία. 3. πληροφορούμαι, μαθαίνω: Πρώτη φορά το ~! ~σες τα νέα; Δεν ~σες ότι/πως ... Κάπου το ~σα και μου έκανε εντύπωση. Από ποιον το ~σες; Το ~σα από επίσημα χείλη. Όταν τα ~σε, έσκασε στα γέλια. Δεν ~στηκες τελευταία και ανησυχήσαμε (: δεν εμφανίστηκες, δεν μάθαμε νέα σου). Τραγούδια λιγότερο ~σμένα. Βλ. πρωτ~. 4. κατανοώ αυτά που λέει κάποιος, πείθομαι, υπακούω: Ακούς (= καταλαβαίνεις) τι σου λέω; Τον ~σα και την πάτησα. Δεν ~σες τα παρακάλια μου/τη συμβουλή μου! Δεν ~ει κανένα. Μην ακούς τι σου λένε οι άλλοι. Πρέπει να ~τε τους γονείς σας (= να ακολουθείτε τις συμβουλές, τις υποδείξεις τους)! Βλ. πειθαρχώ.|| Άκου την καρδιά σου! Βλ. εισ~. ● Παθ.: ακούγεται: δημιουργεί (ορισμένη) εντύπωση: Αυτό που λες ~ απίστευτο/αστείο/γελοίο/πολύ ενδιαφέρον/παράδοξο (ΣΥΝ. ηχεί). ~ άσχημα/ωραία (: προκαλεί αρνητική/θετική αίσθηση)., ακούγομαι 1. βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αποκτώ φήμη: Το όνομά του ~εται πολύ τώρα τελευταία.|| (παλαιότ.-αρνητ. συνυποδ.) ~στηκε στη γειτονιά και δεν τολμάει να ξεμυτίσει. 2. {στο γ' πρόσ.} (απρόσ.) διαδίδεται, θρυλείται, συζητιέται, φημολογείται: ~εται ότι θα γίνουν αυξήσεις. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} εισακούομαι: Ο λόγος του ~εται (= μετράει, πιάνει). Δεν ~εται πια (η γνώμη/η πρότασή του). Αν το πεις εσύ, θα ~στείς. ● ΦΡ.: άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω!: για επίπληξη, πρόκληση ενδιαφέροντος ή εμφατ. στον λόγο: Άκου/κοίτα να σου πω, δεν θα μου πεις εσύ τι να κάνω! Λοιπόν, ~ ~ τι έγινε! ΣΥΝ. άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) (1), άκου (με) που σου λέω!: για επιβεβαίωση των λόγων κάποιου: Αυτοί κάτι μαγειρεύουν, ~ ~!, άκου λέει! 1. για δήλωση αποδοκιμασίας, αγανάκτησης: ~ ~ να πάμε περπατώντας! ΣΥΝ. άκου πράγματα! 2. (εμφατ.) για ενθάρρυνση, προτροπή: Πώς δεν θέλω; ~ ~ (= θέλω και πολύ μάλιστα)!, άκου πράγματα! & (προφ.) άκου πράματα: για δυσάρεστη έκπληξη, αγανάκτηση, αποδοκιμασία: ~ ~! Τριγυρνούσαν ξημερώματα μεθυσμένοι! ~ ~ να παρακολουθούν τα τηλέφωνα του κόσμου! ΣΥΝ. άκου λέει! (1), άκουσον, άκουσον!, άκουσε τα εξ αμάξης/τον εξάψαλμο/της χρονιάς του/τα σκολιανά του/τον αναβαλλόμενο: τον επέπληξαν, τον κατσάδιασαν: Άργησε να πάει στη δουλειά κι ~ ~., άκουσον, άκουσον! (λόγ.): έκπληξη για κάτι αρνητικό, αγανάκτηση, διαμαρτυρία, αποδοκιμασία. ΣΥΝ. (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί, άκου πράγματα!, πού (ξαν)ακούστηκε/πού έχει ακουστεί ...;, αυτό που άκουσες! (προφ.-επιτατ.): για έκφραση αγανάκτησης: Ναι λοιπόν, ~ ~, βαρέθηκα να σε παρακαλώ!, θα τ’ ακούσεις από την καλή (κι απ' την ανάποδη)!: (απειλητ.) ως επίπληξη., μ' ακούς;: για επιβεβαίωση ότι το κανάλι επικοινωνίας είναι ανοιχτό· (εμφατ. στο τέλος πρότασης) για δήλωση ισχυρής επιθυμίας του ομιλητή να τον προσέξει ιδιαίτερα ο ακροατής ή για απόλυτη επιβεβαίωση των λεγομένων με δραματικό τόνο: (σε τηλεφωνική συνδιάλεξη) Εγώ είμαι, ~ ~;|| Θέλω να σου μιλήσω, ~ ~;, όποιος έχει αυτιά, ακούει: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πασιφανές, οπότε δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις. Βλ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω., ούτε (που) να τ' ακούσει/δεν θέλει ούτε να (τ') ακούσει (προφ.): για δήλωση κατηγορηματικής άρνησης: Διάβασμα; ~ ~! Παντρεύεται; Αυτός ούτε που ήθελε ν' ακούσει για γάμο!, πού (ξαν)ακούστηκε/πού έχει ακουστεί ...; & δεν έχει ξανακουστεί/δεν ξανακούστηκε! (προφ.): για δήλωση δυσάρεστης έκπληξης, αγανάκτησης, αποδοκιμασίας· είναι αδιανόητο: ~ ~ να μην εφαρμόζονται οι αποφάσεις/ότι ισχύει κάτι τέτοιο; ~ ~ αυτό; Πβ. άκουσον, άκουσον!, δεν ξανάγινε!, τ(α) άκουσα (προφ.): με επέπληξε, με κατσάδιασε: ~ ~ γερά/για τα καλά/ένα χεράκι. Δεν φτάνει που τη βοήθησα, ~ ~ κι από πάνω! Πβ. άκουσε τα εξ αμάξης., τ’ ακούς, τ’ ακούω να λες: για επιβεβαίωση ή εμφατικό τονισμό των λεγομένων., την άκουσα (αργκό) 1. ήπια πολύ αλκοόλ και ζαλίστηκα: ~ ~ από το πιοτό. ~ ~ για τα καλά. Πβ. γίνομαι κουδούνι, μεθώ. 2. (σπάν.) σε περιπτώσεις που ακούει κάποιος μια ανοησία, μια κοτσάνα. Βλ. την πέταξε., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί βλ. βλέπω, άκου εδώ βλ. εδώ, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) βλ. βλέπω, ακούει στο όνομα βλ. όνομα, άκουσα με τα ίδια μου τ' αυτιά/με τ' αυτιά μου βλ. αυτί, ακούω (κάτι) βερεσέ βλ. βερεσέ, ακούω τα σχολιανά μου βλ. σχολιανός, ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο βλ. εξάψαλμος, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! βλ. Χριστός, εγώ μιλάω, εγώ τ' ακούω βλ. μιλώ, εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω βλ. εγώ, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω βλ. ους, πάταξον μεν, άκουσον δε βλ. πατάσσω, τα 'θελες και τ' άκουσες βλ. θέλω, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά [< αρχ. ἀκούω]
άλλος, η, ο [ἄλλος] άλ-λος αόρ. αντων. {κ. λαϊκό αλλουνού (θηλ. αλληνής), άλλονε (-α) | αλλονών, αλλουνούς} 1. δηλώνει ότι ένα πρόσωπο, ένα πράγμα ή μια έννοια δεν ταυτίζεται με αυτό στο οποίο αντιπαρατίθεται: Κανένας/κάποιος/οποιοσδήποτε ~. Τίποτε ~ο. Διάφοροι ~οι. Αυτός και όλοι οι ~οι. Aυτό ή το ~ο; Αυτά και ~α πολλά. ~ για Θεσσαλονίκη; (: για επιβάτη) ~ εδώ, ~ εκεί. Ποιος ~ θέλει να έρθει; Με τον έναν ή τον ~ο τρόπο. ~ παίζει, ~ κερδίζει. ~ λιγότερο, ~ περισσότερο, θα τη βγάλουμε τη δουλειά. Το είπες στους ~ους; Σχετικά με τα/ως προς τα ~α...|| Το ~ο μισό. Ο ένας θα πάρει αυτό κι ο ~ εκείνο. Όχι αυτό, το ~ο. Ούτε ο ένας ούτε ο ~. Βλ. δεύτερος.|| ~ ένας (= επιπλέον). ~η μια φορά. Για ~ον ένα χρόνο θα μείνουμε εδώ. Δεν έδωσε ~α στοιχεία.|| (αόρ.) ~η μέρα/ώρα. Τι σε νοιάζει τι κάνουν οι ~οι; Να βοηθάς τους ~ους.|| (μειωτ.) Πιστεύεις ό,τι σου λέει ο ~;|| (αντίθ.) Στην ~η άκρη. Γύρισέ το από την ~η μεριά.|| Την ~η (= προηγούμενη) φορά μου άρεσε περισσότερο.|| Τον ~ο (= επόμενο) μήνα.|| Υπάρχει ~η (= ερωμένη). Τώρα βρήκε/τα έχει με ~ον (ενν. σύντροφο). 2. διαφορετικός: ~ος: τρόπος. ~η: άποψη/γνώμη. ~ο: πρόσωπο. Για ~ο λόγο σού τηλεφώνησα. Έγινε ~ άνθρωπος. ~α λέει ο ένας κι ~α ο ~. ~α λέει κι ~α κάνει. ~ο να τ' ακούς και ~ο να το βλέπεις. Σε ~ες εποχές (: στο παρελθόν). Βλ. ίδιος. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή βλ. ζωή, το άλλο/αντίθετο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: (μια) άλλη φορά: κάποια άλλη στιγμή: Θα σε δω/τα πούμε/συναντηθούμε ~ ~. [< γαλλ. une autre fois] , άλλα αντ' άλλων & (σπανιότ.) άλλα των άλλων & (προφ.) άλλα αντ' άλλα: για άσχετα πράγματα, ασυναρτησίες: Καταλαβαίνει/λέει ~ ~. Πβ. άρες μάρες (κουκουνάρες), ό,τι να 'ναι., άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αυτιά μου (παροιμ.): σε περιπτώσεις πλήρους ασυνεννοησίας., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! & τι είναι πάλι τούτο/αυτό; (επιφων.): ως έκφραση έκπληξης για κάτι απρόσμενο, αναπάντεχο., άλλο το ένα κι άλλο το άλλο: για διαφορετικά πράγματα που δεν πρέπει να συγχέονται: Δεν μπορώ να τα συγκρίνω, ~ ~., άλλοι κι άλλοι: για αόριστη αναφορά σε πολλούς με τους οποίους γίνεται σύγκριση: Δεν ζητάω καμία χάρη, όπως ~ ~ (= τόσοι άλλοι).|| Εδώ κατάφερα άλλα κι άλλα, τώρα θα κολλήσω;, άλλος (κι) αυτός! (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): ούτε και αυτός μιλά ή ενεργεί σωστά: Τον παρέσυρε ο μικρός του αδελφός. ~ ~ πάλι! ΣΥΝ. καλός είναι κι αυτός/και τούτος/του λόγου του!, άλλος τόσος: (εμφατ.) διπλάσιος: ~ ~ δρόμος/κόπος/χρόνος/χώρος. Έχει γίνει ~ ~ (: έχει παχύνει ή ψηλώσει πολύ). Τόσος κι ~ ~., αν μη τι άλλο: τουλάχιστον: Δεν είναι τέλεια η εργασία του, ~ ~ όμως προσπάθησε. ΣΥΝ. ει μη τι άλλο, από ... άλλο τίποτα (προφ.): για κάτι που πλεονάζει: Από ιδέες/προτάσεις ~ ~ (: υπάρχουν ένα σωρό)., από δω παν' κι (οι) άλλοι: ως έκφραση αδιαφορίας για κάτι: Τα μάζεψε, έφυγε κι ~ ~., από την άλλη (πλευρά/μεριά) & από το άλλο μέρος: άλλωστε, εξάλλου: Δεν έχω χρόνο να πάω διακοπές, ~ ~ δεν έχω και χρήματα. [< γαλλ. d'autre part] , από το ένα στο άλλο: για απότομη, συνήθ. μη ομαλή μετάβαση: γρήγορη μετακίνηση ~ ~ (ενν. σημείο). Πηγαίνω/πηδάω ~ ~ (: για αλλαγή θέματος στον λόγο)., η άλλη όψη/πλευρά 1. η αντίθετη πλευρά: ~ ~ του έρωτα/της ζωής/του θέματος/του νομίσματος. 2. η άλλη πλευρά: (για πρόσ.) οι αντίπαλοι: Η ~ ~ είναι αδιάλλακτη. Συνομιλίες με την ~ ~., θα σου πει ο άλλος/σου λέει ο άλλος (προφ.): για αόριστη αναφορά σε μια άλλη πλευρά του θέματος, συνήθ. σε αντιπαρατιθέμενη άποψη: Εσύ μπορεί να το λες, αλλά ~ ~: "και 'γω γιατί να το πιστέψω"; Δεν με άφησαν να μιλήσω και μετά σου λέει ~ ελευθερία του λόγου., κατά τα άλλα: ως προς τα υπόλοιπα: ~ ~ καλά. Έκανα μερικές διορθώσεις σε ένα ~ ~ πολύ καλό κείμενο.|| (ειρων.) Σκάσαμε σήμερα· ~ ~ είπαν ότι θα έπεφτε η θερμοκρασία (= είναι που είπαν ότι...)!, μεταξύ (των) άλλων & εκτός των άλλων & συν τοις άλλοις & ανάμεσα/κοντά/μέσα στα άλλα: επιπλέον, επιπρόσθετα: Είχα επαγγελματικά προβλήματα και ~ ~ αρρώστησα. ~ ~ συζητήθηκε το θέμα της μείωσης του ωραρίου. [< γερμ. unter anderem] , ο ένας κι ο άλλος: ο καθένας, ο οποιοσδήποτε: Μην ακούς τι σου λέει ~ ~. [< γαλλ. l' un et l' autre] , ο ένας με τον άλλο: (ανα)μεταξύ τους: Γνωρίζονται/επικοινωνούν/μοιάζουν ~ ~. Ζουν πολύ κοντά ~ ~., ο ένας του άλλου/(σ)τον άλλο(ν): για δήλωση αμοιβαιότητας: Όλοι έχουμε την ανάγκη ~ ~. Tα ρίχνουν ~ στον άλλον. Αγαπάει/καταλαβαίνει/κατηγορεί/μισεί ~ τον άλλον (πβ. αλληλο-)., τίποτ' άλλο/άλλο τίποτα; 1. (ειρων.) για σχολιασμό ή μετριασμό της υπερβολής στις δηλώσεις κάποιου: - Φέρε μου τον καφέ μου, την εφημερίδα και τις παντόφλες. - ~ ~; 2. ως ερώτηση σε πελάτη κυρ. καταστήματος, εστιατορίου: (Δεν θέλετε) τίποτε άλλο;, το κάτι άλλο!: (προφ., ως έκφραση ενθουσιασμού) απίθανος, καταπληκτικός, φανταστικός: Το χθεσινό πάρτι ήταν/το γαλακτομπούρεκό του είναι ~ ~!, (είναι) άλλο καπέλο βλ. καπέλο, (μου) έρχεται μία η άλλη βλ. ένας, μία/μια, ένα, (το) δίχως άλλο/χωρίς άλλο βλ. δίχως, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας βλ. μάτι, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, άλλο που δεν θέλει/δεν ήθελε! βλ. θέλω, άλλο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, άλλο πράγμα ... κι άλλο (πράγμα) βλ. πράγμα, άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη βλ. χάρη, άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, από άλλο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο, βάζω κάτι/κάποιον πάνω από κάτι/κάποιον άλλο βλ. βάζω, γίνομαι άλλος άνθρωπος βλ. άνθρωπος, δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, κάθε άλλο βλ. κάθε, και άλλα βλ. και, και σε/εις άλλα με υγεία βλ. υγεία, και τίποτ' άλλο βλ. τίποτα, και τούτο και το άλλο βλ. τούτος, μας τα 'παν κι άλλοι βλ. λέω, με άλλα λόγια βλ. λόγια, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια βλ. μάτι, με άλλο(ν) αέρα βλ. αέρας, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο βλ. τρόπος, μη το ένα μη το άλλο βλ. μη & μην, μια έτσι, μια αλλιώς/τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς βλ. έτσι, ο ένας μετά τον άλλο βλ. ένας, μία/μια, ένα, όχι άλλο κάρβουνο! βλ. κάρβουνο, πάμε γι' άλλα βλ. πηγαίνω & πάω, πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον βλ. παίρνω, πλην άλλων βλ. πλην, στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος βλ. κύμα, στον άλλο κόσμο βλ. κόσμος, τη μια στιγμή ... (και) την άλλη ... βλ. στιγμή, τη μία/μια ... την άλλη βλ. ένας, μία/μια, ένα, το άλλο εγώ βλ. εγώ, το άλλο μου μισό βλ. μισός, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη βλ. καιρός ● βλ. άλλο [< αρχ. ἄλλος, αγγλ. other, γαλλ. autre, γερμ. ander]
ανοιχτός, ή, ό [ἀνοιχτός] α-νοι-χτός επίθ. & ανοικτός 1. που επιτρέπει, κυρ. μετακινούμενος ή αφαιρούμενος, την πρόσβαση σε κάτι κλειστό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ός: φάκελος. ~ή: πόρτα. ~ό: παράθυρο/στόμα/συρτάρι. Εξετάσεις με ~ά βιβλία. Πβ. ανοιγμένος, ολάνοιχτος. Βλ. μισάνοιχτος.|| (μτφ.) Το σπίτι του είναι πάντα ~ό στους/για τους φίλους του (= φιλόξενο). Όλοι οι δρόμοι είναι ~οί μπροστά σου (: δεν υπάρχουν εμπόδια, το μέλλον είναι ευοίωνο). Όσο έχω τα μάτια μου ~ά (= όσο ζω), θα του χρωστώ ευγνωμοσύνη.|| ~ή: μπλούζα. ~ό: πουκάμισο. Ρούχα ελαφριά, με ~ό λαιμό. ΣΥΝ. ξεκούμπωτος. ΑΝΤ. κουμπωμένος.|| (ξεσκέπαστος, μη στεγασμένος, ακάλυπτος:) ~ή: πισίνα. ~ό: αυτοκίνητο (= κάμπριο)/θέατρο/μπουκάλι/φρεάτιο. ~οί: χώροι άθλησης. ΑΝΤ. σκεπασμένος, σκεπαστός.|| ~ά: λουλούδια (= ανθισμένα). 2. ανεπούλωτος: (κυριολ. κ. μτφ.) ~ά: τραύματα (ΑΝΤ. επουλωμένα). 3. που δεν εμποδίζεται η είσοδος σε αυτόν ή που δεν είναι περικυκλωμένος από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο: ~ός: κόλπος. ~ή: κοιλάδα. Σπίτι με ~ή (= ανεμπόδιστη, ελεύθερη) θέα. Λιμάνι ~ό στα βορειοανατολικά. Ταξίδι στο ~ό πέλαγος. Πβ. ευρύς, πλατύς.|| ~ή: αυλή (= χωρίς περίφραξη). ~ά: σύνορα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: στροφή (= μεγάλης, αμβλείας γωνίας). ΑΝΤ. κλειστός (6) 4. απλωμένος, ξεδιπλωμένος: ~ή: ομπρέλα/παλάμη. Με ~ά (τα) πόδια/φτερά/χέρια (= τεντωμένα).|| Χορεύουν σε ~ό κύκλο. ΑΝΤ. κλειστός (7) 5. που επιτρέπει τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου και γενικότ. είναι σε λειτουργία: ~ός: διακόπτης. ~ό: μικρόφωνο/φως. Άφησε/ξέχασε το μάτι της κουζίνας ~ό/την τηλεόραση ~ή/τον υπολογιστή ~ό. (ΣΥΝ. αναμμένος. ΑΝΤ. σβηστός).|| ~ή: βαλβίδα.|| Είναι ~ά σήμερα τα μαγαζιά; ΑΝΤ. κλειστός (3) 6. (μτφ.) που διακρίνεται από ευρύτητα πνεύματος, δεκτικότητα ή εξωστρέφεια, κοινωνικότητα: (χωρίς προκαταλήψεις:) ~ή: κοινωνία/σκέψη. ~ό: μυαλό.|| (δεκτικός, διαθέσιμος:) ~ στον διάλογο/στην κριτική/σε προτάσεις/στη συνεργασία.|| (εξωστρεφής, κοινωνικός:) Φιλικός, προσιτός και ~ στους πάντες. ΑΝΤ. κλειστός (5) 7. φωτεινός: ~ός: τόνος. ~ή: απόχρωση/επιδερμίδα. ~ό: χρώμα (ματιών). ~ές: ανταύγειες. ~ά: μαλλιά. ΣΥΝ. ανοιχτόχρωμος ΑΝΤ. σκούρος 8. που δεν έχει (προ)καθοριστεί, προσδιοριστεί ή ρυθμιστεί ακόμα· εκκρεμής: ~ός: χρόνος αποπληρωμής. ~ό: συμβόλαιο (= χωρίς ορισμένη ημερομηνία λήξης). Ζήτημα ~ό (πβ. ανεπίλυτο).|| Αφήνω ~ό το ενδεχόμενο να ... (: δεν το αποκλείω, το θεωρώ πιθανό). 9. που επιτρέπει τη συμμετοχή ή την είσοδο όλων: ~ός: διαγωνισμός/διάλογος. ~ή: ακρόαση/διαδικασία/εκδήλωση/επικοινωνία/προκήρυξη/συζήτηση/συνέλευση. ~ό: σεμινάριο. ~ές: τεχνολογίες. Αίθουσα ~ή στο κοινό. Πβ. δημόσιος. ΑΝΤ. κλειστός (4) 10. που γίνεται φανερά και απροκάλυπτα, χωρίς προσπάθεια να κρατηθεί κρυφός: ~ή: αντιπαράθεση. Σε ~ή ρήξη.|| (σε χαρτοπαίγνιο:) ~ά φύλλα (= που μπορούν να τα δουν όλοι οι παίκτες). ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή άμυνα: ΑΘΛ. άμυνα που αφήνει στους αντιπάλους διόδους προς την εστία ή το καλάθι. ΑΝΤ. κλειστή άμυνα, ανοιχτή ατζέντα: που μπορεί να περιλάβει οποιοδήποτε θέμα προς συζήτηση: διαπραγματεύσεις/συνάντηση/συνεδρίαση με ~ ~., ανοιχτή εκπαίδευση: η δυνατότητα πρόσβασης κάθε πολίτη στην εκπαίδευση και ειδικότ. το δικαίωμα του κάθε φοιτητή να καθορίζει μόνος του τον τόπο, τον χρόνο και τον ρυθμό μελέτης του: ~ ~ με αρθρωτό/σπονδυλωτό σύστημα (: πρόγραμμα σπουδών που συνδυάζει θεματικές ενότητες). ~ ~ και εκπαίδευση εξ αποστάσεως/τηλεκπαίδευση. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. open education] , ανοιχτή ημερομηνία: που δεν έχει προκαθοριστεί: ~ ~ αναχώρησης/επιστροφής. Εισιτήρια ~ής ~ας. ΑΝΤ. κλειστή ημερομηνία, ανοιχτή οικονομία: ΟΙΚΟΝ. βασισμένη στο διεθνές εμπόριο: ελεύθερη ~ ~. Καθεστώς ~ής ~ας. Βλ. κλειστή οικονομία., ανοιχτή συλλαβή: ΓΛΩΣΣ. που λήγει σε φωνήεν. ΑΝΤ. κλειστή συλλαβή, ανοιχτή χορδή: ΜΟΥΣ. που πάλλεται, δεν είναι πατημένη (από κάποιο δάχτυλο). ΑΝΤ. κλειστή χορδή., ανοιχτό κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡ. που δεν είναι συνδεδεμένο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος: τάση ~ού ~ατος. Θερμοσίφωνες/λέβητες ~ού ~ατος. ΑΝΤ. κλειστό κύκλωμα. [< αγγλ. open circuit] , ανοιχτό παιχνίδι 1. ΑΘΛ. αγώνας χωρίς στενά μαρκαρίσματα μεταξύ των παικτών: ~ ~ με πολλά γκολ. ΑΝΤ. κλειστό παιχνίδι 2. με πιθανή κάθε έκβαση., ανοιχτός ορίζοντας 1. ανεμπόδιστος. 2. (μτφ.) ελεύθερος, που παρέχει απεριόριστες δυνατότητες: άνθρωπος/κοινωνία ~ών ~όντων. ΑΝΤ. κλειστός ορίζοντας (1), ανοικτές πωλήσεις βλ. πώληση, Ανοικτό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, ανοιχτή ακρόαση βλ. ακρόαση, ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας) βλ. γραμμή, ανοιχτή διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, ανοιχτή θάλασσα βλ. θάλασσα, ανοιχτή πίστωση βλ. πίστωση, ανοιχτή πληγή βλ. πληγή, ανοιχτό βιβλίο βλ. βιβλίο, ανοιχτό μέτωπο βλ. μέτωπο, ανοιχτό χαρτί βλ. χαρτί, ανοιχτοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός, ανοιχτός στίβος βλ. στίβος, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, ελεύθερο/ανοιχτό λογισμικό βλ. λογισμικό, ερωτήσεις ανοιχτού τύπου/ανοιχτές ερωτήσεις βλ. ερώτηση, λευκή επιταγή βλ. επιταγή, πολιτική ανοιχτών θυρών βλ. θύρα, τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (στα) ανοιχτά (νερά): στο πέλαγος: κρουαζιέρα ~ ~. Το πλοίο βυθίστηκε ανοιχτά της νήσου ... (= κοντά στο νησί ...) Βγήκαν/ψαρεύουν ~ ~., έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά (μτφ.): εντείνω την προσοχή μου: Έχε τ' αυτιά σου ανοιχτά και άκουσε/πρόσεξε τι θα πουν!, αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι βλ. πόρτα, με ανοιχτά χαρτιά βλ. χαρτί, με ανοιχτές αγκάλες βλ. αγκάλη, με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό βλ. στόμα, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω, το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης βλ. παλάμη [< μτγν. ἀνοικτός, μεσν. ανοιχτός, γαλλ. ouvert, αγγλ. open, γερμ. offen]
-ας1. {συνήθ. χωρ. πληθ.} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται ως παρωνύμια και δηλώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα: κολοκύθ~.|| (επιτατ.) Κεφάλ~. 2. κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών: κρέ~/πέρ~/τέρ~.
βαρηκοΐαβα-ρη-κο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μειωμένη ακοή: ελαφρά/μεγάλη/μέτρια/σοβαρή ~. Γεροντική/παιδική ~. Κεντρική, νευροαισθητήριος ή ~ αγωγιμότητας (: από βλάβη στο ακουστικό νεύρο, στο έσω αυτί ή στο μέσο-έξω αυτί, αντίστοιχα). Ψυχογενής ~ (: προσποίηση ή υστερία). Βλ. κώφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικά (βαρηκοΐας) βλ. ακουστικό [< μεσν. βαρηκοΐα < αρχ. βαρυηκοΐα]
γαστερόποδαγα-στε-ρό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -όδων}: ΖΩΟΛ. ομοταξία υδρόβιων και χερσαίων μαλακίων (πεταλίδες, σαλιγκάρια), που φέρουν στην κοιλιακή χώρα ένα πλατύ, μυώδες πόδι το οποίο τους επιτρέπει να έρπουν. Βλ. αμφί-, αρθρό-, κεφαλό-ποδα. [< γαλλ. gastéropodes, αγγλ. gasteropoda]
γελώ[γελῶ] γε-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γελ-άς, -ά κ. -άει | γέλ-ασα, -ιέμαι, -άστηκα, -ώντας, -ασμένος} & γελάω 1. εκφράζω ευχάριστο συναίσθημα, χαρούμενη διάθεση με γέλιο, παράγοντας συνήθ. χαρακτηριστικό ήχο: ~ αυθόρμητα/δυνατά/νευρικά. ~ με το ανέκδοτο/τα αστεία του. ~ πολύ με αυτόν τον ηθοποιό. Με κάνεις να/και ~άω! Καιρό είχα να ~άσω έτσι/τόσο (πολύ). ~άει με το παραμικρό. Κρατήθηκα να μη ~άσω με αυτά που άκουγα. Πώς να μη ~άει κανείς με τα καμώματά του; Ακόμα ~ με το πάθημά μας! ~ούσε ολόκληρος (: ήταν πολύ χαρούμενος).|| (Μου/του) ~ασε με νόημα. ΣΥΝ. χαμο~.|| Ο κόσμος θέλει να ~άσει (= να διασκεδάσει).|| Δεν ~ (= αστειεύομαι), το θέμα είναι σοβαρό. Πβ. παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι.|| ~ με κάποιον/εις(/σε) βάρος του. ~ από μέσα μου (: συνήθ. για χαιρέκακη, περιπαικτική διάθεση που δεν εκδηλώνεται φανερά. Πβ. περι~). Βλ. χαζο~. ΑΝΤ. κλαίω (1) 2. ξεγελώ, εξαπατώ, παραπλανώ: Είναι πολύ έξυπνος και δεν τον ~άς εύκολα. Το νου σου/πρόσεξε μη σε ~άσουν! (Φαίνεται να) σε απασχολεί κάτι, δε με ~άς εμένα. Πίστευα ότι θα μου δώσουν τη θέση, αλλά ~άστηκα.|| Αν νομίζεις ότι αυτό θα περάσει έτσι, ~άστηκες (= πέφτεις έξω, σφάλλεις). Αν πιστεύετε ότι θα υποχωρήσουμε, σας ~άσανε. Αν δεν ~ιέμαι, αυτός είναι ο ... (πβ. αν δεν κάνω λάθος). ● ΦΡ.: ας γελάσω (προφ.): ως ειρων. σχόλιο για κάτι: Αν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο; ~ ~ (= δεν έχω καθόλου)!, ας μη γελιόμαστε (προφ.): ας μην έχουμε αυταπάτες, ας είμαστε ρεαλιστές: ~ ~, χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα για να πούμε πως πετύχαμε., γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος (παροιμ.): στο τέλος φαίνεται ποιος είναι σε πλεονεκτική θέση. [< γερμ. Wer zuletzt lacht, lacht am besten] , γελάνε/γελούν και τ' αυτιά/και τα μουστάκια του: είναι εμφανώς πολύ χαρούμενος., γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων (προφ.-εμφατ.): γελώ πάρα πολύ, ξεκαρδίζομαι., είναι να γελάς/να γελάει κανείς ... (προφ.): για κάτι γελοίο: ~ ~ με τις δικαιολογίες/την μεγαλομανία του., θα σε γελάσω (προφ.): για να δηλώσει κάποιος άγνοια ή αβεβαιότητα: Δεν είμαι σίγουρος σε ποιο δρόμο μένει, ~ ~., με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου (προφ.): για κάτι αξιοπερίεργο που ακούει ή βλέπει κάποιος, όμως δυσκολεύεται να το πιστέψει: Μη/μήπως ~ ~; Άκουσα/βλέπω καλά ή ~ ~; Αν δεν με ~ τα μάτια μου, αυτός είναι ο ..., μην το γελάς!/το γελάς; (προφ.): για κάτι που δεν είναι απίθανο να συμβαίνει ή να συμβεί: Μην το γελάς, αυτός είναι ικανός για τα πάντα!, αν δεν με απατά/γελά η μνήμη μου βλ. μνήμη, γαργάλησέ με να γελάσω βλ. γαργαλώ, γελάει κάτω από τα μουστάκια του βλ. μουστάκι, γελάνε και τα τσιμέντα βλ. τσιμέντο, γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του βλ. χείλι, δεν είναι παίξε-γέλασε βλ. παίζω, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει βλ. τύχη, θα γελάσει (κι) ο κάθε πικραμένος βλ. πικραμένος, θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι βλ. παρδαλός, θα γελάσουν και οι κότες βλ. κότα, να κλάψω ή να γελάσω; βλ. κλαίω, ούτε κλαίει ούτε γελάει βλ. κλαίω, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα ● βλ. γελασμένος [< αρχ. γελῶ, γαλλ. rire, αγγλ. laugh]
είδαβλ. βλέπω
ιδρώνω[ἱδρώνω] ι-δρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ίδρω-σα, -σω, -μένος, ιδρών-οντας} 1. παράγω, εκκρίνω ιδρώτα ή προκαλώ την έκκρισή του: ~σα από το άγχος/από τη ζέστη. ~ουν οι μασχάλες/οι παλάμες/τα χέρια μου. ~ με τη σωματική άσκηση. ~μένη: πλάτη. Ξύπνησα ~μένη (πβ. καταϊδρωμένος).|| ~μένα: σεντόνια.|| (για ζώο) Τα άλογα ~ουν, όταν κουράζονται. ΣΥΝ. ιδροκοπώ (1) ΑΝΤ. ξεϊδρώνω 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) κοπιάζω σκληρά και σε υπερβολικό βαθμό, για να πετύχω κάτι: ~ει για να ζήσει την οικογένειά του (πβ. αγωνίζομαι, παλεύω). ~σα (= ταλαιπωρήθηκα), για να τα βγάλω πέρα. ~σα (= δεινοπάθησα), μέχρι να την πείσω. Αν δεν ~σεις, πώς θα νικήσεις; Τα κατάφεραν, χωρίς να ~σουν. Πβ. δυσκολεύομαι, εξαντλούμαι, ζορίζομαι, κατα-βάλλομαι, -πονούμαι, κουράζομαι, μοχθώ.|| Δεν ~ουν καθόλου (= αδιαφορούν) για την καθυστέρηση των έργων.|| (μτβ.) Με ~σες (με το πείσμα σου)! ΣΥΝ. ιδροκοπώ (2) ● ιδρώνει: (για πράγμα) δημιουργούνται σταγόνες νερού στην επιφάνειά του: ~σε το τζάμι από τους υδρατμούς.|| (σπάν. για φυτό) ~ουν τα φύλλα από τη δροσιά. Πβ. μουσκεύει, νοτίζει, υγραίνεται. ● ΦΡ.: δεν ιδρώνει το αυτί (του) (μτφ.-προφ.): δεν τον απασχολεί, δεν τον νοιάζει: Παραβιάζεται το κράτος δικαίου, αλλά ~ ~ κανενός. ~ ~ τους, όσες διαμαρτυρίες κι αν γίνουν. ΣΥΝ. αδιαφορώ, ιδρώνει (και) ξεϊδρώνει (προφ.): για να δηλωθεί έντονη προσπάθεια ή αγωνία: Ίδρωνε ξεΐδρωνε, φυσούσε ξεφυσούσε και τελικά δεν έβγαλε λέξη., τιμώ/ιδρώνω τη φανέλα μου βλ. φανέλα [< μεσν. ιδρώνω]
-ιστικός1αμοραλιστης
, ή, ό: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χαρακτηριστικό που ανήκει ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: ακτιβ~/αλτρου~/ανθρωπ~/βουδ~/υπαρξ~.|| (μειωτ.) Αμοραλ~/αριβ~/ατομ~. Βλ. -ικός.
λαρύγγιλα-ρύγ-γι ουσ. (ουδ.) {λαρυγγιού} (προφ.) 1. λάρυγγας: Βάλε λίγο κρασί να βρέξω/δροσιστεί το ~ (= ο λαιμός) μου. 2. (συνεκδ.) φωνή τραγουδιστή· ο ίδιος ο καλλιτέχνης: χρυσό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ λαρύγγι (μτφ.-αργκό): πρόσωπο που εργάζεται σε υπηρεσία, οργανισμό ή εταιρεία και παρέχει ανώνυμα πληροφορίες που αφορούν παρατυπίες, φαινόμενα κακοδιοίκησης ή/και σκάνδαλα άλλων μελών και κυρ. ανώτερων στελεχών του εργασιακού του περιβάλλοντος: Ψάχνουν για το ~ ~ που έδωσε όλες τις καυτές λεπτομέρειες σχετικά με ... Πβ. πληροφοριοδότης, ρουφιάνος, χαφιές. [< αμερικ. deep throat, 1974] ● ΦΡ.: βγάζω το λαρύγγι μου/μου βγαίνει το λαρύγγι (μτφ.): ξελαρυγγιάζομαι: Έβγαλα ~/μου βγήκε το ~, μέχρι να τους ησυχάσω., θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί (μτφ.): ως απειλή: Μη μιλήσει κανείς, γιατί θα του ~ ~., στρίβω το λαρύγγι (κάποιου) (μτφ.): πνίγω, στραγγαλίζω: (απειλητ.) Έτσι και τον δω, θα του ~ψω ~ (= θα τον καρυδώσω)!, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. λαρύγγι]
ομφαλοσκόπηση[ὀμφαλοσκόπηση] ομ-φα-λο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & (επίσ.) ομφαλοσκοπία (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αδράνεια, μοιρολατρία, εσωστρέφεια: εθνική/πολιτική/στείρα ~. ~ και αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα. Βλ. αυτοαναφορικότητα, -σκόπηση. 2. η εστίαση της προσοχής ενός προσώπου (κυρ. ησυχαστή μοναχού) στον ομφαλό του, με σκοπό να περιέλθει σε έκσταση. [< 2: αγγλ. omphaloskepsis, 1925]
περήφανος, η, ο πε-ρή-φα-νος επίθ. & (λόγ.) υπερήφανος 1. που καμαρώνει για κάτι, πολύ ικανοποιημένος: Αισθάνονται/είναι/νιώθουν ~οι για τις πράξεις τους. 2. που χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια: ~ος: λαός. ~η: απάντηση. Κράτησε ~η στάση ως το τέλος. Πβ. αξιοπρεπής. 3. μεγαλοπρεπής, αγέρωχος, καμαρωτός: ~ος: χορός. ~ο: βουνό/ζώο.|| ~ο: παράστημα. 4. (μειωτ.) που υπερεκτιμά τον εαυτό του και υποτιμά τους άλλους, αλαζόνας. Πβ. ακατάδεκτος, ψωρο~. ● επίρρ.: περήφανα & (λόγ.) υπερήφανα ● ΦΡ.: περήφανος στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): για ηλικιωμένο συνήθ. άτομο που δεν ακούει καλά, βαριακούει. [< αρχ. ὑπερήφανος]
πιστεύωπι-στεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πίστ-ευα, -εψα, πιστ-έψω, πιστεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας} 1. αποδέχομαι ότι κάτι ισχύει πραγματικά: Δεν έχω κανένα λόγο να μην το ~έψω. Δεν ~ (ούτε) λέξη/τίποτα απ' όσα λες. Μην ~εις όλα αυτά που γράφονται κατά καιρούς. Δεν μπορώ να ~έψω (= να δώσω βάση) (σε) κάτι που δεν έχει αποδειχθεί. Δυσκολεύομαι/μου είναι αδύνατο να ~έψω ότι έκανε κάτι τέτοιο. Πίστεψέ με, λέω την αλήθεια! Αντίθετα απ' ό,τι αρχικά ~όταν, ...|| ~εις στα ζώδια/στα θαύματα/στη μετά θάνατον ζωή/στη μοίρα/στα όνειρα; 2. (ειδικότ.) έχω πίστη στον Θεό ή σε συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα: ~ει στον Χριστό.|| ~ει στον Αλλάχ/στον Βούδα/στο δωδεκάθεο.|| Δεν ~ει (= είναι άθεος). Βλ. αλλαξοπιστώ.|| Δεν μπορώ να καταλάβω σε τι θεό ~ει (= τι πρεσβεύει). 3. νομίζω: ~ ότι/πως θα τα καταφέρουμε. Τα πράγματα είναι πολύ πιο άσχημα απ' ό,τι ~ευα. Πβ. φρονώ.|| ~ (= ελπίζω) να καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Θέλω να ~ ότι σύντομα θα βρεθεί λύση.|| Δεν ~ (= δεν φαντάζομαι να) να με παρεξήγησες/να μην έρθεις.|| ~εται (= θεωρείται) ότι το ποσοστό αποχής θα είναι μεγάλο. Βλ. εικάζεται. 4. είμαι βέβαιος, σίγουρος για κάτι: Το ~ ακράδαντα/απόλυτα/βαθιά. ~ουν στη νίκη της ομάδας τους. 5. έχω εμπιστοσύνη, θεωρώ σημαντικό: ~εψαν στην αξία/στις δυνατότητές/στο ταλέντο του. Πρέπει να ~έψεις στον εαυτό σου (= να έχεις αυτοπεποίθηση).|| ~ στον διάλογο/στην ειρηνική επίλυση του προβλήματος/στη συλλογική προσπάθεια. ● Ουσ.: πιστεύω (τα): οι αρχές και αξίες ενός προσώπου: Αγωνίζομαι για/αλλάζω/προδίδω τα ~ μου. Σέβομαι τα θρησκευτικά/ιδεολογικά/πολιτικά ~ των άλλων. Διώχτηκε/εξορίστηκε για τα ~ του (= φρονήματα). Πβ. ιδεολογία. ΣΥΝ. πεποιθήσεις, Πιστεύω (το) (προφ.): ΕΚΚΛΗΣ. το Σύμβολο της Πίστεως. Βλ. Πάτερ ημών. ● ΦΡ.: δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου: για κάτι απρόσμενο και απίστευτο: ~ ~ με αυτά που βλέπω/ακούω. [< γαλλ. ne pas en croire mes yeux /oreilles] , δεν το πιστεύω! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη: Έγινε κάτι τέτοιο; (Έλα,) ~ ~!, να το δω και να μην το πιστέψω: εκφράζω επιφυλάξεις για το αν πραγματικά θα συμβεί κάτι: Είπε ότι θα έρθει στην ώρα του. ~ ~!, πίστευε και μη ερεύνα βλ. ερευνώ, ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν βλ. περιμένω [< αρχ. πιστεύω]
πτερύγιοπτε-ρύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {πτερυγί-ου} 1. ΙΧΘΥΟΛ. μεμβρανώδης τριγωνική προεξοχή του σώματος των ψαριών και των υδρόβιων ζώων, η οποία τα βοηθά να κινούνται και να διατηρούν την ισορροπία τους μέσα στο νερό: ουραίο/ραχιαίο ~ (: μονά ~α). Θωρακικά/κοιλιακά/πλευρικά ~α (: ζυγά ~α). Τα ~α του καρχαρία/της φάλαινας/της φώκιας. Βλ. λέπι, φτερό.|| (κατ' επέκτ.) ~α κατάδυσης (= βατραχοπέδιλα). 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε τεχνολογικό εξάρτημα ή προεξοχή αντίστοιχης μορφής: περιστρεφόμενα ~α. ~α ανεμιστήρα/ανεμόμυλου/έλικα/στροβίλου. ~α ψύξης.|| (σε αεροσκάφος) Κάθετο/οριζόντιο ~ της ουράς. (στα φτερά) ~α καμπυλότητας/κλίσης.|| ~ πλοίου (= καρίνα). 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σαρκώδης τριγωνική ανάπτυξη του επιπεφυκότα, που επεκτείνεται πάνω στον κερατοειδή, δυσκολεύοντας ή καθιστώντας αδύνατη την όραση, αν δεν αφαιρεθεί έγκαιρα, και προκαλείται λόγω υπερέκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία ή εξαιτίας του χρόνιου ερεθισμού του ματιού από την ξηρή ατμόσφαιρα ή τη σκόνη που υπάρχει στις ηλιόλουστες χώρες. ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο της μύτης: ΑΝΑΤ. το κάτω κινητό τμήμα των δύο πλάγιων τοιχωμάτων της μύτης. Βλ. ρουθούνι., πτερύγιο του αυτιού & (λόγ.) του ωτός: ΑΝΑΤ. χόνδρινος σκελετός στο έξω αυτί, ο οποίος καλύπτεται από δέρμα, περιβάλλει τον έξω ακουστικό πόρο και στο κάτω άκρο του υπάρχει λίπος. [< 1: αρχ. πτερύγιον 2: αγγλ. fin 3: αγγλ. pterygium]
στόμαστό-μα ουσ. (ουδ.) {στόμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. άνοιγμα στο μπροστινό, κάτω μέρος του κεφαλιού, ανάμεσα στη μύτη και το πιγούνι, που σχηματίζει κοιλότητα στο ανώτερο τμήμα του πεπτικού συστήματος, η οποία ορίζεται εξωτερικά από τα χείλη, εσωτερικά από τον λάρυγγα και τον φάρυγγα και περιλαμβάνει τη γλώσσα, τα δόντια και τα ούλα· ειδικότ. τα ανθρώπινα χείλη: Άνοιξε το ~ του, για να φάει/φωνάξει. Αναπνέει από το ~, όταν κοιμάται. Μυρίζει το ~ σου (: η αναπνοή σου). Γλύκισμα που αφήνει ωραία γεύση στο ~. Συγγνώμη που μιλάω με γεμάτο το ~ (: τρώγοντας). Το ~ της γάτας/του πουλιού (= ράμφος). Υγιές ~. Βλεννογόνος/καρκίνος/υγιεινή/χειρουργική του ~ατος. Φαρμακευτική αγωγή από το ~. Ζωγραφική με το ~ και το πόδι (: από άτομα με ειδικές ανάγκες). Βλ. γνάθος, μάγουλο, ουρανίσκος, παρειά, υπερώα.|| Μεγάλο/μικρό/στραβό/ωραίο ~. Φιλί στο ~. 2. (συνεκδ.) ο άνθρωπος ως προς τον τρόπο ομιλίας του ή γενικότ. πρόσωπο που μιλά: Έχει άσχημο/βρόμικο ~ (: αισχρολογεί). Δεν άκουσα ποτέ καλή κουβέντα απ' το ~ του.|| Ειπώθηκε από επίσημο ~. Χιλιάδες ~ατα φώναζαν διάφορα συνθήματα. 3. (συνεκδ.) {συνήθ. στον πληθ.} μέλος οικογένειας του οποίου οι βασικές βιοτικές ανάγκες, όπως η τροφή, καλύπτονται από κάποιο άλλο: Η μητέρα του δουλεύει σκληρά· έχει τόσα ~ατα να θρέψει. 4. (προφ.-μτφ.) φυσικό ή τεχνητό άνοιγμα, στόμιο: το ~ του ηφαιστείου/του μπουκαλιού/του πηγαδιού/της σπηλιάς. Πβ. μπούκα. 5. ΒΟΤ. {στον πληθ.} πόροι στην επιφάνεια των φύλλων και των νεαρών βλαστών που επιτρέπουν την ανταλλαγή αερίων με την ατμόσφαιρα ή την αποβολή νερού: Το διοξείδιο του άνθρακα εισέρχεται στο φυτό από τα ~ατα. 6. (προφ.) κόψη μαχαιριού. ● Υποκ.: στοματάκι (το): στις σημ. 1,2. ● Μεγεθ.: στοματάρα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: απύλωτο(ν) στόμα βλ. απύλωτος, κακοσμία/δυσοσμία του στόματος βλ. κακοσμία ● ΦΡ.: ανοίγω το στόμα μου (προφ.-μτφ.): μιλώ ή κυρ. ειδικότ. προβαίνω σε σοβαρές αποκαλύψεις εναντίον κάποιου: Πες κάτι, δεν έχεις ανοίξει το ~ σου όλη μέρα.|| (απειλητ.) Άντε, (να) μην ανοίξω το ~ μου!, από στόμα σε στόμα: για κάτι που γίνεται γνωστό προφορικά, από τον έναν στον άλλον ή για προφορική παράδοση: Βούιξε ο τόπος σαν διαδόθηκε το νέο ~ ~.|| Η τέχνη της μαγειρικής πέρασε ~ ~ στις νεότερες γενιές., από το στόμα μου το πήρες! (μτφ.-προφ.): θα έλεγα το ίδιο πράγμα, πρόλαβες να το πεις πριν από εμένα: Πες τα, χρυσόστομε! ~ ~!, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! (ευχετ.): μακάρι να πραγματοποιηθεί η ευχή σου: -Καλή επιτυχία στις εξετάσεις! -~ ~!, βάζω κάτι στο στόμα μου (προφ.): τρώω πρόχειρα και λίγο: Βάλε κάτι στο ~ σου, μη φύγεις νηστικός! Δεν έχει βάλει τίποτα στο ~ της απ' το πρωί., βουλώνω/κλείνω (τα) στόματα (μτφ.-προφ.): αποτρέπω, δεν δίνω δικαίωμα για (περαιτέρω) κακόβουλα σχόλια, αποστομώνω: Με την ερμηνεία της βούλωσε τα (επικριτικά/κακόβουλα) ~ πολλών που την έλεγαν ατάλαντη. Ευκαιρία για την ομάδα να κλείσει ~ στο ντέρμπι της Κυριακής., διά στόματος (κάποιου) & (σπάν.) από στόματος (λόγ.): για προφορική δήλωση ενός προσώπου ή για μεταφορά των λόγων του από κάποιον που τον εκπροσωπεί: Μήνυμα του πρωθυπουργού ~ ~ του κυβερνητικού εκπροσώπου., έχει μεγάλο στόμα (προφ.-μτφ.) 1. για κάποιον που του ξεφεύγουν λόγια και αποκάλυπτει συνήθ. μυστικά. 2. αυθαδιάζει. ΣΥΝ. έχει μεγάλη γλώσσα (1), κλείνω/βουλώνω το στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αναγκάζω να σιωπήσει, να μην εκφράσει την άποψή του ή να μη μαρτυρήσει κάτι: Τον απείλησαν, για να του κλείσουν ~. Πβ. φιμώνω.|| Της έκλεισαν ~ μια για πάντα (= την δολοφόνησαν)., κρατά το στόμα του κλειστό (μτφ.): δεν αποκαλύπτει τις σκέψεις του ή τα μυστικά που γνωρίζει: Δεν κράτησε ~ ~ απέναντι στο άδικο., με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό (μτφ.): άναυδος, κατάπληκτος: Πήρε την υποτροφία κι έμειναν/και τους άφησε ~ ~. Πβ. άφωνος., με ένα στόμα: όλοι μαζί, ομόφωνα: Όχι, απάντησαν οι μαθητές ~ ~. ΣΥΝ. με μια φωνή (1), με την ψυχή στο στόμα (προφ.): για ενέργεια που γίνεται βεβιασμένα, με άγχος, έντονη ψυχική φόρτιση: Κατάφεραν να προκριθούν ~ ~. Προλάβαμε ~ ~ να φτάσουμε στο θέατρο. Άνοιξε το γράμμα ~ ~., να πλένεις το στόμα σου, όταν μιλάς/πριν μιλήσεις για κάποιον (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ανάξιος να κρίνει κάποιον άλλο., πέφτω στο στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): γίνομαι αντικείμενο κακοπροαίρετων σχολίων, κουτσομπολιών: Αλίμονο σ' όποιον πέσει στο ~ της!, πιάνω/βάζω στο στόμα μου κάποιον/κάτι (μτφ.-προφ.): σχολιάζω αρνητικά: Αν σε πιάσει στο ~ του, την πάτησες. Μην βάζεις στο ~ σου τέτοιες λέξεις, δεν κάνει., ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! (μτφ.-προφ.-υβριστ.): πάψε (να μιλάς), σκάσε! Πβ. δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά, το βουλώνω., στόμα έχει και μιλιά δεν έχει (προφ.-μτφ.): μιλά ελάχιστα, δεν είναι φλύαρος: Όσες φορές τον έχω συναντήσει, ~ ~.|| (ειρων.) Είναι μια γλωσσοκοπάνα αυτή! ~ ~!, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) (μτφ.-προφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Στο ~ μου το είχα, αλλά με πρόλαβες. ΣΥΝ. έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου, το λέω και γεμίζει το στόμα μου (προφ.): για να δηλωθεί ευχαρίστηση, θαυμασμός: Είναι εκπληκτική δασκάλα, ~ ~!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου βλ. λόγια, βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου βλ. φερμουάρ, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, γεια στο στόμα σου/ν' αγιάσει το στόμα/το στοματάκι σου! βλ. αγιάζω, γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου βλ. λύκος, δεν βάζω μπουκιά στο στόμα μου βλ. μπουκιά, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχω/κάνω/γίνεται κάτι καραμέλα στο στόμα μου βλ. καραμέλα, Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή, κακές γλώσσες βλ. γλώσσα, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μάλλιασε το στόμα μου βλ. γλώσσα, με τη(ν) μπουκιά στο στόμα βλ. μπουκιά, με την κοιλιά στο στόμα βλ. κοιλιά, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, σφραγίζω το στόμα μου βλ. σφραγίζω [< αρχ. στόμα, γαλλ. bouche, αγγλ. mouth]
σύνδρομοσύν-δρο-μο ουσ. (ουδ.) {συνδρόμ -ου} 1. ΙΑΤΡ. ταυτόχρονη παρουσία κλινικών συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν ορισμένη παθολογική κατάσταση: (οξύ) αναπνευστικό/υπερκινητικό ~. ~ αιφνίδιου θανάτου (βρεφών)/του άρρωστου κτιρίου (: σε άτομα που ζουν ή εργάζονται σε κτίρια στα οποία υπάρχει αυξημένη ρύπανση του αέρα)/του Κόλπου, ενν. του Περσικού (: ψυχικά τραύματα από πολεμικές συρράξεις)/πολυκυστικών ωοθηκών/χρόνιας κόπωσης. Διακατέχεται από/βιώνει το ~ … Πβ. συνδρομή. Βλ. ψυχο~. 2. (μτφ.) ορισμένος τύπος συμπεριφοράς που αποτελείται από μια σειρά αρνητικών εκδηλώσεων και χαρακτηριστικών: εθνικιστικό/καταναλωτικό ~. ~ της εξουσίας (βλ. εξουσιομανία).|| (προφ.) ~ του σκαντζόχοιρου (: της αμυντικής στάσης). Βλ. κόμπλεξ, σύμπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος/σύνδρομο (του) Πάρκινσον: ΙΑΤΡ. πάρκινσον. , σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού: σύνολο σωματικών και ψυχικών τραυμάτων που εκδηλώνονται σε παιδιά και οφείλονται στη συστηματικά βίαιη συμπεριφορά ή στην αδιαφορία ενηλίκων, συνήθ. των γονέων τους. Βλ. ενδοοικογενειακή βία, παιδική κακοποίηση, ξυλοδαρμός. [< αγγλ. battered child syndrome, 1962] , σύνδρομο οικονομικής θέσης: ΙΑΤΡ. φλεβική θρόμβωση λόγω συγκέντρωσης αίματος στα πόδια ύστερα από πολύωρο, κυρ. αεροπορικό, ταξίδι. [< αγγλ. economy class syndrome, 1977] , αυχενικό σύνδρομο βλ. αυχενικός, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο βλ. νευροληπτικός, κατοχικό σύνδρομο βλ. κατοχικός, μανία καταδίωξης/καταδιώξεως βλ. καταδίωξη, μεταβολικό σύνδρομο βλ. μεταβολικός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, νεφρωσικό σύνδρομο βλ. νεφρωσικός, σύνδρομο (του) Άσπεργκερ βλ. Άσπεργκερ, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου βλ. έντερο, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα βλ. καρπιαίος, σύνδρομο ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, σύνδρομο ντάουν/Down βλ. ντάουν1, σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο βλ. στέρηση, σύνδρομο της άδειας φωλιάς βλ. φωλιά, σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου βλ. κτίριο, σύνδρομο της ύβρεως βλ. ύβρις, υπνοαπνοϊκό σύνδρομο βλ. υπνοαπνοϊκός, φαινόμενο της πεταλούδας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ.: σύνδρομο της Στοκχόλμης: ΨΥΧΟΛ. ψυχολογική αντίδραση που εκδηλώνουν συνήθ. θύματα απαγωγής, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη αισθημάτων υπακοής, θαυμασμού, ταύτισης ή και αγάπης για τους απαγωγείς τους. [< αγγλ. Stockholm syndrome, 1978] [< γαλλ.-αγγλ. syndrome, πβ. αρχ. επίθ. σύνδρομος 'που τρέχει μαζί ή συμπίπτει με κάποιον/κάτι΄]
Νωπογραφ*
[σφῦρα] σφύ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. μεταλλική σφαίρα που συνδέεται μέσω ατσάλινου σύρματος με λαβή και χρησιμοποιείται στο άθλημα της σφυροβολίας· συνεκδ. το ίδιο το άθλημα: Έριξε τη ~ στα ... μέτρα.|| Αγωνίζεται/προπονείται στη ~. Πήρε το χάλκινο μετάλλιο στη ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σφυρί ή άλλο εργαλείο παρόμοιου σχήματος ή ειδικό κρουστικό μηχάνημα για θραύση, διάτρηση ή παραμόρφωση μετάλλων, πετρωμάτων: μηχανική ~. 3. ΑΝΑΤ. το πρώτο από τα τρία μικρά οστά του μέσου αυτιού των θηλαστικών, ανάμεσα στον άκμονα και τον αναβολέα. 4. ΤΕΧΝΟΛ. επικρουστήρας. ● ΦΡ.: μεταξύ σφύρας και άκμονος/άκμονα βλ. άκμονας [< αρχ. σφῦρα ‘σφυρί, σκαπάνη’, γαλλ. marteau]
τραβάωβλ. τραβώ
χρυσώνωχρυ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {χρύσω-σα, χρυσώ-σει, -θηκε, -θεί, χρυσών-οντας, χρυσω-μένος} 1. (μτφ.) καταβάλλω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάποιον, για εξυπηρέτηση προσωπικού μου συμφέροντος: Τον ~σαν/~θηκε, για να αποδεχτεί την πρότασή τους. Πβ. χρυσοπληρώνω. 2. επιχρυσώνω: ~μένο: τέμπλο (ναού). 3. (μτφ.) ωραιοποιώ: Προσπαθεί να ~σει την κατάσταση. 4. (παλαιότ.-λαϊκό) δίνω σε κάποιον χρυσό νόμισμα ή κόσμημα ως δώρο, γούρι ή ανταμοιβή: ~σαν τη νύφη. Πβ. ασημώνω. ● χρυσώθηκε (προφ.) 1. (για αθλητή) πήρε χρυσό μετάλλιο. 2. (για σιντί ή τραγουδιστή) έγινε χρυσό(ς)., χρυσώνει (μτφ.): προσδίδει (σε κάτι) χρυσαφένια λάμψη: Ο ήλιος ~ (= χρυσίζει) με τις ακτίνες του τη θάλασσα. ~μένα: στάχυα/φύλλα. ● ΦΡ.: χρυσώνω το χάπι: προσπαθώ να απαλύνω ή να εξωραΐσω αρνητική κατάσταση· κατ΄επέκτ. καλοπιάνω: Πάει να μου ~σει ~, για να μη στενοχωριέμαι. Κούφια λόγια προκειμένου να ~θεί ~. Υποσχέσεις που δεν είναι παρά ~μένο χάπι. Πβ. κάνω τα πικρά γλυκά. Βλ. χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου. [< γαλλ. dorer la pilule] [< 2: αρχ. χρυσῶ]
ψύλλοςψύλ-λος ουσ. (αρσ.): κοινή ονομασία άπτερων εντόμων τα οποία ζουν παρασιτικά στα ζώα και τους ανθρώπους και τρέφονται με το αίμα τους. ● ΦΡ.: για ψύλλου πήδημα (προφ.): για ασήμαντη αφορμή, με το παραμικρό: Εκνευρίζεται ~ ~., καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο (μτφ.-προφ.): για άτομο πανέξυπνο και πολύ πονηρό. , μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): έχω υποψίες για κάτι/με έκανε να υποψιαστώ: Μου μπήκαν ~ ότι πλαστογράφησε τα δικαιολογητικά. Το τηλεφώνημά του μου έβαλε ~., ούτε ψύλλος στον κόρφο του (προφ.): δεν θα ήθελα με τίποτα να είμαι στη δυσχερή θέση του, να μου συμβεί ό,τι συμβαίνει σε αυτόν., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο [< αρχ. ψύλλος]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ