Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυταπάρνηση [αὐταπάρνηση] αυ-τα-πάρ-νη-ση ουσ. (θηλ.): υπέρβαση των προσωπικών συμφερόντων, φιλοδοξιών και επιθυμιών για κάποιον ανώτερο σκοπό: αίσθημα/παράδειγμα/πράξη ~ης. Σύμβολο θάρρους και ~ης (= αυτοθυσίας). Αγωνίζονται/μάχονται με ~ για ... Πρόσφερε πολλά με ζήλο και ~ (= ανιδιοτέλεια). Πβ. εθελοθυσία. Βλ. αλτρουισμός. [< γερμ. Selbstverleugnung, γαλλ. abnégation]

αλτρουισμός

αλτρουισμός[ἀλτρουισμός] αλ-τρου-ι-σμός ουσ. (αρσ.): ανυστερόβουλη αγάπη, προσφορά, φροντίδα προς τον πλησίον: αισθήματα/πνεύμα/πράξεις ~ού. Αποτελεσματικός/παθολογικός ~. Πβ. αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. φιλαλληλία, φιλανθρωπία (1) ΑΝΤ. ατομικισμός (1), εγωισμός (1) [< γαλλ. altruisme]