Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοάμυνα [αὐτοάμυνα] αυ-το-ά-μυ-να ουσ. (θηλ.): αντίσταση που προβάλλει κάποιος, για να προστατεύσει τον εαυτό του, χρησιμοποιώντας τις δικές του δυνάμεις: ασκήσεις/τεχνικές ~ας. Βρισκόταν/ήταν σε ~.|| (μτφ.) Πνευματική/ψυχική ~. Μηχανισμοί ~ας. Ο αυτοσαρκασμός είναι μια μορφή ~ας. Πβ. αυτοπροστασία. [< αγγλ. self-defense, γαλλ. autodéfence, 1936]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.