Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοάμυνα [αὐτοάμυνα] αυ-το-ά-μυ-να ουσ. (θηλ.): αντίσταση που προβάλλει κάποιος, για να προστατεύσει τον εαυτό του, χρησιμοποιώντας τις δικές του δυνάμεις: ασκήσεις/τεχνικές ~ας. Βρισκόταν/ήταν σε ~.|| (μτφ.) Πνευματική/ψυχική ~. Μηχανισμοί ~ας. Ο αυτοσαρκασμός είναι μια μορφή ~ας. Πβ. αυτοπροστασία. [< αγγλ. self-defense, γαλλ. autodéfence, 1936]