αυτοαναγορεύομαι [αὐτοαναγορεύομαι] αυ-το-α-να-γο-ρεύ-ο-μαι ρ. {-τηκε (λόγ.) -θηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): αποδίδω στον εαυτό μου αυθαίρετα τίτλο, αξίωμα ή ιδιότητα: ~τηκε σε ηγέτη. (ειρων.) ~εται θεματοφύλακας της παράδοσης/σε εκφραστή της κοινής γνώμης. Βλ. αυτοαποκαλούμαι, χρίζομαι. ΣΥΝ. αυτοανακηρύσσομαι [< γαλλ. s' autoproclamer, 1971]
αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκαλούμαι[αὐτοαποκαλοῦμαι] αυ-το-α-πο-κα-λού-μαι ρ. {αυτοαποκαλ-είσαι ...| αυτοαποκλήθηκε, αυτοαποκαλ-ούμενος, συνήθ. στο γ’ πρόσ.} (αρνητ. συνυποδ.): αποδίδω στον εαυτό μου, αυθαίρετα, ιδιότητα ή χαρακτηρισμό: ~ούνται επιστήμονες/νικητές/σωτήρες. …, όπως ~είται, … ~ούμενοι: αγωνιστές/προοδευτικοί (: αμφισβητείται η ιδιότητά τους). Πβ. αυτοανακηρύσσομαι. ΣΥΝ. αυτοονομάζομαι
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.