Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοαναγορεύομαι [αὐτοαναγορεύομαι] αυ-το-α-να-γο-ρεύ-ο-μαι ρ. {-τηκε (λόγ.) -θηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): αποδίδω στον εαυτό μου αυθαίρετα τίτλο, αξίωμα ή ιδιότητα: ~τηκε σε ηγέτη. (ειρων.) ~εται θεματοφύλακας της παράδοσης/σε εκφραστή της κοινής γνώμης. Βλ. αυτοαποκαλούμαι, χρίζομαι. ΣΥΝ. αυτοανακηρύσσομαι [< γαλλ. s' autoproclamer, 1971]

αυτοαποκαλούμαι

αυτοαποκαλούμαι[αὐτοαποκαλοῦμαι] αυ-το-α-πο-κα-λού-μαι ρ. {αυτοαποκαλ-είσαι ...| αυτοαποκλήθηκε, αυτοαποκαλ-ούμενος, συνήθ. στο γ’ πρόσ.} (αρνητ. συνυποδ.): αποδίδω στον εαυτό μου, αυθαίρετα, ιδιότητα ή χαρακτηρισμό: ~ούνται επιστήμονες/νικητές/σωτήρες. …, όπως ~είται, … ~ούμενοι: αγωνιστές/προοδευτικοί (: αμφισβητείται η ιδιότητά τους). Πβ. αυτοανακηρύσσομαι. ΣΥΝ. αυτοονομάζομαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.