Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοαναφορά [αὐτοαναφορά] αυ-το-α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) αναφορά του ατόμου στον ίδιο του τον εαυτό: ναρκισσιστική ~. ~ές και περιαυτολογίες.|| Αρνητικές/θετικές ~ές. Βλ. αυτο-αντίληψη, -εικόνα. 2. (επιστ.) αναφορά του ίδιου του συγγραφέα σε δημοσίευμά του. Βλ. ετεροαναφορά. 3. ΨΥΧΟΛ. τάση του ατόμου να συσχετίζει οτιδήποτε με τον εαυτό του. [< αγγλ. self-reference]

ετεροαναφορά

ετεροαναφορά[ἑτεροαναφορά] ε-τε-ρο-α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αναφορά συγγραφέα σε δημοσίευμα άλλου: οι ~ές του άρθρου. Βλ. αυτοαναφορά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.