Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αυτοανοσοποίηση [αὐτοανοσοποίηση] αυ-το-α-νο-σο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυτοανοσία. [< αγγλ. auto-immunization, 1952, γαλλ. auto-immunisation, 1969]