Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοεκπαίδευση [αὐτοεκπαίδευση] αυ-το-εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): αυτοδιδασκαλία και σπανιότ. εκπαίδευση μέσω της πράξης: εξ αποστάσεως/ηλεκτρονική/κατευθυνόμενη (: καθοδηγούμενη) ~. Βιβλία/εγχειρίδια/λογισμικό/CD-ROM ~ης. Βλ. αυτο(επι)μόρφωση.|| Ο προσκοπισμός στηρίζεται στη σταδιακή ~. Βλ. αυτενέργεια. [< αγγλ. self-education]

αυτενέργεια

αυτενέργεια[αὐτενέργεια] αυ-τε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ΠΑΙΔΑΓ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτενεργώ: δημιουργική ~. ~ και αυτοεκπαίδευση/ενεργητική συμμετοχή/συνεργατική μάθηση. Ανάπτυξη/ενθάρρυνση/ενίσχυση της ~ας του μαθητή. Περιορίζεται/προάγεται η ~. ΣΥΝ. αυτοβουλία, πρωτοβουλία [< μεσν. αυτενέργεια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.