Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοπραγμάτωση

    [αὐτοεκπλήρωση] αυ-το-εκ-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητές του: αυτοεκτίμηση και ~. Η εργασία συμβάλλει στην προσωπική καλλιέργεια και ~. ΣΥΝ. αυτοπραγμάτωση [< αγγλ. self-fulfillment]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.