Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοκίνηση [αὐτοκίνηση] αυ-το-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση που γίνεται με τεχνολογικά μέσα, αυτόματα, ειδικότ. που σχετίζεται με το αυτοκίνητο: αγωνιστική ~ (πβ. ράλι)/οικολογική ~. Εναλλακτικές μορφές/τεχνολογία ~ης. 2. ΦΙΛΟΣ. αυτόματη κίνηση: ~ της ιδέας/της ύλης. [< 1: αγγλ. autokinesis, 1949 2: μτγν. αὐτοκίνησις]