Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοκαταστροφή [αὐτοκαταστροφή] αυ-το-κα-τα-στρο-φή ουσ. (θηλ.): το να οδηγείται κάποιος ή κάτι από μόνο(ς) του στην (υλική ή ηθική) καταστροφή: διάθεση/κίνδυνος/μανία/μηχανισμός/σύστημα/τάσεις ~ής. ~ των κυττάρων που έχουν γενετική βλάβη. Πβ. αυτοεξόντωση. ΑΝΤ. αυτοσυντήρηση [< γερμ. Selbstvernichtung]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.