αυτοκατευθυνόμενος , η, ο [αὐτοκατευθυνόμενος] αυ-το-κα-τευ-θυ-νό-με-νος επίθ.: που κινείται ή συντελείται αυτόματα, χωρίς εξωτερική καθοδήγηση: ~η: μάθηση (πβ. αυτο-διδασκαλία, -εκπαίδευση).|| (ΑΕΡΟΝ.) ~ος: πύραυλος (= αυτοπροωθούμενος). ~η: τορπίλη. ~ο: βλήμα/όχημα (= αυτοκινούμενο). Βλ. τηλεκατευθυνόμενος. [< γαλλ. autoguidé, 1949, autodirecteur, 1976]
τηλεκατευθυνόμενος
τηλεκατευθυνόμενος, η, ο τη-λε-κα-τευ-θυ-νό-με-νος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα ή μηχανισμό) του οποίου η κίνηση ή η λειτουργία ρυθμίζεται από μακριά με τηλεχειρισμό: ~ος: πύραυλος. ~η: βόμβα/κάμερα. ~ο: αυτοκινητάκι/βλήμα/ρομπότ/υποβρύχιο. Εκπαιδευτικό ~ο αεροπλάνο/ελικόπτερο. Βενζινοκίνητο ~ο σκάφος.|| ~ος: μοντελισμός. Πβ. τηλεχειριζόμενος.2. (μτφ.-μειωτ.) ελεγχόμενος, καθοδηγούμενος, συνήθ. από ξένα κέντρα: ~η: δημοκρατία/δημοσιογραφία.|| (για πρόσ.) ~α: άτομα (πβ. πιόνι, υποχείριο).|| (σπάν.) που κατευθύνεται από την τηλεόραση. ● Ουσ.: τηλεκατευθυνόμενο (το): ενν. παιχνίδι ή μικρό μοντέλο οχήματος: αγωνιστικό ~. ~ με μπαταρίες. Παίζει με ~α. [< αγγλ. teleguided, 1964, γαλλ. téléguidé 1: 1947 2: περ. 1965]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.