Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοκινητιστής [αὐτοκινητιστής] αυ-το-κι-νη-τι-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. επαγγελματίας οδηγός ή και κάτοχος οχήματος δημόσιας χρήσης: ~ές ταξί. 2. (κατ' επέκτ.-κυρ. παλαιότ.) οδηγός αυτοκινήτου. [< γαλλ. automobiliste, 1897, ιταλ. automobilista, 1899]