Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοπροστασία [αὐτοπροστασία] αυ-το-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): η προστασία του ίδιου του εαυτού: ~ του πολίτη. Οδηγίες για ~ από τα καιρικά φαινόμενα/πιθανούς κινδύνους/τους σεισμούς. Πβ. αυτοάμυνα. [< γερμ. Selbstschutz]