Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτορρυθμίζεται [αὐτορρυθμίζεται] αυ-τορ-ρυθ-μί-ζε-ται ρ. {αυτορρυθμί-στηκε, αυτορρυθμιζ-όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αυτορυθμίζεται: ρυθμίζεται από μόνο του, αυτόματα: To δίκτυο/ο οργανισμός μπορεί να ~εται. ~όμενη μάθηση. ~όμενο: κλιματιστικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) Σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό η αγορά ~εται. Ο ιδιωτικός τομέας είναι ~όμενος (χωρίς κρατική παρέμβαση). Βλ. αυτοελέγχομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) Το οικοσύστημα αυτοσυντηρείται και ~ει τις λειτουργίες του.

αυτοελέγχομαι

αυτοελέγχομαι[αὐτοελέγχομαι] αυ-το-ε-λέγ-χο-μαι ρ. (αμτβ.): ασκώ έλεγχο ο ίδιος στον εαυτό μου, αυτοσυγκρατούμαι. ● Μτχ.: αυτοελεγχόμενος , η, ο: ΤΕΧΝΟΛ. (για ηλεκτρονικό μηχάνημα, σύστημα ή πρόγραμμα) που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τη λειτουργία του και να αναφέρει τα πιθανά σφάλματα: ~ος: κλιματισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.