αυτορρυθμίζεται [αὐτορρυθμίζεται] αυ-τορ-ρυθ-μί-ζε-ται ρ. {αυτορρυθμί-στηκε, αυτορρυθμιζ-όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αυτορυθμίζεται: ρυθμίζεται από μόνο του, αυτόματα: To δίκτυο/ο οργανισμός μπορεί να ~εται. ~όμενη μάθηση. ~όμενο: κλιματιστικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) Σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό η αγορά ~εται. Ο ιδιωτικός τομέας είναι ~όμενος (χωρίς κρατική παρέμβαση). Βλ. αυτοελέγχομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) Το οικοσύστημα αυτοσυντηρείται και ~ει τις λειτουργίες του.
αυτοελέγχομαι
αυτοελέγχομαι[αὐτοελέγχομαι] αυ-το-ε-λέγ-χο-μαι ρ. (αμτβ.): ασκώ έλεγχο ο ίδιος στον εαυτό μου, αυτοσυγκρατούμαι. ● Μτχ.: αυτοελεγχόμενος , η, ο: ΤΕΧΝΟΛ. (για ηλεκτρονικό μηχάνημα, σύστημα ή πρόγραμμα) που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τη λειτουργία του και να αναφέρει τα πιθανά σφάλματα: ~ος: κλιματισμός.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.