Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • αυτοσαρκάζομαι [αὐτοσαρκάζομαι] αυ-το-σαρ-κά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: σαρκάζω, κοροϊδεύω τον εαυτό μου: Έχει χιούμορ και ~εται.
  • αυτοσαρκασμός [αὐτοσαρκασμός] αυ-το-σαρ-κα-σμός ουσ. (αρσ.): το να σαρκάζει κάποιος τον εαυτό του: αίσθηση/διάθεση ~ού. Ειρωνεία και ~.
  • αυτοσαρκαστικός , ή, ό [αὐτοσαρκαστικός] αυ-το-σαρ-κα-στι-κός επίθ.: που φανερώνει αυτοσαρκασμό: ~ή: διάθεση. ~ό: κείμενο/σχόλιο/ύφος. Καυστικός και ~ λόγος. ● επίρρ.: αυτοσαρκαστικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.