Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοσυγκεντρώνομαι [αὐτοσυγκεντρώνομαι] αυ-το-συ-γκε-ντρώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοσυγκεντρώ-θηκα, -μένος}: επικεντρώνω την προσοχή μου σε κάτι, συγκεντρώνομαι στον εαυτό μου, αποκτώ πνευματική αυτοκυριαρχία: Δεν μπορώ να ~θώ. Απόλυτα ~μένη. Πβ. προσηλώνομαι. [< αγγλ. self-concentrate]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.